
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
“Κάθε ταξίδι μια υπαρξιακή αναζήτηση, ένας νέος εαυτός όπου ''τρέχει'' ιδεατά, μέγιστα αποκαλυπτικά μέσα στους τόπους, μια εθιστική ενσωμάτωση στην πανέμορφη, απρόβλεπτη, ενίοτε ανταριασμένη αλλά τόσο ανείπωτα ελκυστική, τη μεγάλη πατρίδα μας, τη Γη”.
Το ξημέρωμα με βρίσκει στο αεροπλάνο. Σκέψεις διαυγείς σαν τον εναέριο δρόμο μου, τον γαλάζιο ουρανό που με ταξιδεύει, μου ψιθυρίζουν: “Δημήτρη, είναι εύκολο να είσαι ονειροπόλος. Τα όνειρα, άλλωστε, σπάνια γίνονται πράξεις. Μην ξεχνάς ότι οι ονειροπόλοι γεμίζουν τον κόσμο με κάποτε”. Οι οραματιστές όμως παίρνουν το πλοίο, ανεβαίνουν το Βεζούβιο, ανακαλύπτουν τα κρυφά απάτητα μονοπάτια στο Κάπρι και χάνονται μόνοι τους στα σοκάκια της Νάπολης, μέχρι να κάνουν το όνειρο εμπειρία. Ο νους μου ησυχάζει, αναπλάθει τις εικόνες των ταξιδιών μου και τότε το συνειδητοποιώ: δεν είμαι κυνηγός εικόνων, είμαι ένας ανιχνευτής εσωτερικών μεταμορφώσεων που μετουσιώνονται σε πράξεις και αέναα κουβαλούν υπαρξισμό, μύθο και συναίσθημα.

Πέμπτη πρωί, η ύπαρξή μου σαν επίδοξος κατακτητής αγγίζει, γεύεται, μαγεύεται από τη Νάπολη. Εντυπωσιακά νεοκλασικά κτίρια περιτριγυρίζουν γοητευτικές πλατείες, ερωτοτροπούν μαζί τους και οι αρμονικές σχέσεις που δημιουργούν ξεχύνονται ασυγκράτητες και κατακτούν τους δυνητικούς, φιλόδοξους “κατακτητές” τους.

Το παράθυρό μου κοιτάζει σε μια παραδοσιακή ναπολιτάνικη γειτονιά. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει στο δωμάτιο. Ακόμη και η αϋπνία, ακόμη και η κούραση του ταξιδιού, έχουν μεταμορφωθεί σε πάθος. Ένα πάθος να βγω στους δρόμους, να χαθώ στα στενοσόκακα, να γίνω ένα ζωντανό κύτταρο αυτής αλλά και κάθε ναπολιτάνικης γειτονιάς.

Ανοιχτά παντζούρια, απλωμένες μπουγάδες που χορεύουν στο αεράκι, φωνές που διασταυρώνονται από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Η καθημερινότητα των Ναπολιτάνων ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου σαν σκηνή θεάτρου. Για μια στιγμή ξεχνώ ότι είμαι ταξιδιώτης· νιώθω πως αποτελώ έναν από τους πρωταγωνιστές μιας παλιάς αγαπημένης ιταλικής ταινίας. Μια άγνωστη πόλη, δυο ζωντανοί οργανισμοί, αυτή κι εγώ, με περιμένει αδημονώντας, όχι για να τη δω, αλλά για να με αλλάξει, να μου προσδώσει τον νέο μου εαυτό. Το ορμητήριo μου, ένα “πανδοχείο” εκεί που τα κύματα γλυκοφιλούν την ακτή, εκεί που ο ορίζοντάς μου είναι ο Βεζούβιος που “καπνίζει” ήσυχα πάνω από την πόλη σαν σκέψη που δεν λέγεται. Μια απέραντη ακτογραμμή, δαμασμένη από το ανθρώπινο χέρι με σπάνια αισθητική, απλώνεται μπροστά μου, με καλεί σχεδόν προκλητικά:
“Έλα, τρέξε μαζί μου” κι εγώ υπακούω. Ανασαίνω τη θαλασσινή αύρα ανακατεμένη με άρωμα εσπρέσο, καθώς ο Βεζούβιος παρακολουθεί σιωπηλός από μακριά σαν αρχαίος φύλακας των ονείρων και των φόβων της πόλης.
Νιώθω τον ρυθμό της θάλασσας να συγχρονίζεται με τον δικό μου. Η Νάπολη πάλλεται σαν την καρδιά μου σε παρατεταμένο αγώνα αντοχής. Θεέ μου, μερικές διαδρομές δεν μετρούνται σε χιλιόμετρα, αλλά σε εικόνες που αρνούνται να φύγουν από μέσα μας.

Η Νάπολη δεν είναι απλά ένας ακόμη τόπος που επισκέπτομαι, είναι ένας συνοδοιπόρος σε έναν εσωτερικό αγώνα. Η ακατάπαυστη αναγέννησή της με απορροφά στα ενδότερα της. Εδώ τίποτα δε μοιάζει οριστικά χαμένο. Μοιάζει, είναι, η λάβα που κοιμάται κάτω από το Βεζούβιο, αναζητώντας διαρκώς έναν τρόπο να επιστρέψει στην επιφάνεια. Σαν ζωντανός οργανισμός αλλάζει δέρμα, αναπνέει, παρακμάζει και ξαναγεννιέται μπροστά στα μάτια μου. Η κυτταρική της μνήμη μοιάζει ανεξάντλητη. Κάθε στενάκι, κάθε πρόσοψη, κάθε φθαρμένη πέτρα κουβαλάει αιώνες ζωής που κατανικούν τον χρόνο.

“Αχ, Νάπολη... Δυο φορές μού χάρισες δάκρυα. Την πρώτη, όταν σε πρωτοείδα. Τη δεύτερη τώρα, καθώς φεύγω ερωτοχτυπημένος, παίρνοντας μαζί μου λίγη από τη φωτιά σου.”
Το πλοίο άφηνε αργά πίσω του τη Νάπολη, τη Νάπολη που μένει πίσω ως τόπος, όχι ως συναίσθημα. Ο Βεζούβιος στεκόταν μεγαλοπρεπής στον ορίζοντα, σαν σιωπηλός μάρτυρας ενός σύντομου αλλά θυελλώδους έρωτα. Μπροστά μου, μέσα στο πρωινό φως, αναδυόταν το Κάπρι. Ένα νησί με περιμένει με άλλο πρόσωπο· λιγότερο ηφαιστειακό, περισσότερο σαν όνειρο, μια αποκάλυψη που επιπλέει πάνω στο Τυρρηνικό πέλαγος.

Το κλειστό σαλόνι του πλοίου ασφυκτιά από το πλήθος των επιβατών. Οι φωνές, η γκρίνια, το στριμωξίδι κυριαρχούν, επιδρούν αρνητικά στη διάθεση, στην προσμονή της αποβίβασης μας στο Κάπρι, αυτήν τη νησιωτική όαση που θα μας “ξεδιψάσει” από την έλλειψη της διαφορετικότητας. Και μέσα σ' αυτόν τον ορυμαγδό, ένα νεαρό ζευγάρι ακουμπά μέτωπο με μέτωπο, αδιαφορώντας για τον θόρυβο του πλοίου. Τα δάχτυλά τους μπλέκονται, έχοντας το φινιστρίνι που προβάλλει τους αλλεπάλληλους κυματισμούς σαν ζωντανό πίνακα, αισθησιακό ορόσημο της αγάπης τους. Βλέπω σε αυτούς αυτό που μόλις άφησα πίσω, αυτό που θέλω να κρατήσω ζωντανό. Η αρνητική κυριαρχία σιωπά, αποσύρεται, βρίσκει το αντίδοτο της, τον Έρωτα.

Ανάμεσα στους ασβεστολιθικούς βράχους, που λέγονται θαλάσσιες στήλες και προβάλλουν πάνω από τη θάλασσα, η πόλη του Ανακάπρι ψηλά στους λόφους. Μια τεράστια “ουρά” επισκεπτών στα εκδοτήρια των εισιτηρίων για το τελεφερίκ που θα τους πάει στην υψηλότερη κορυφή του νησιού ώστε να θαυμάσουν τη μοναδική θέα. Δε μπορεί, σκέφτομαι, θα υπάρχει και άλλος τρόπος να φτάσω στην κορυφή. Αφήνω πίσω μου την ουρά των επισκεπτών και αρχίζω να ψάχνω τις πλαγιές. Ψάχνω σαν βουνίσιο λαγωνικό, ώσπου το βρίσκω: ένα στενό, ανηφορικό μονοπάτι, σχεδόν κρυμμένο μέσα στη βλάστηση, εμφανίζεται μπροστά μου σαν να με περίμενε, σαν υπόσχεση ότι η μέρα έχει πολλά ακόμη να μου αποκαλύψει. Φοράω τζιν και παπούτσια για άσφαλτο, μα στη φαντασία μου μεταμορφώνονται σε εξοπλισμό ορεινού δρομέα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και ξεκινώ την ανάβαση, όχι μόνο προς την κορυφή, αλλά και προς την εξερεύνηση του νησιού.

Τα πρώτα μέτρα της ανηφόρας με υποδέχονται ήπια, σχεδόν φιλικά. Το μονοπάτι στριφογυρίζει ανάμεσα σε θάμνους, αγριολούλουδα, πουρνάρια και χαμηλά πεύκα, ενώ πίσω μου η πολύβουη ουρά του τελεφερίκ χάνεται γρήγορα μέσα στη σιωπή του βουνού. Μόνο ο αέρας ακούγεται πότε πότε να περνά ανάμεσα στα κλαδιά.
Όσο κερδίζω ύψος, η φύση αρχίζει να συστήνεται:
“Περπάτα, τρέξε, βουνοδρομέα, κράτησε ανοιχτά τα μονοπάτια μας, άγγιξε μας, ανάδευσε μας για να μοσχομυρίζουν οι πλαγιές μας θυμάρι, αγριολούλουδα και ζεστή ρητίνη, να γοητευθούν οι μέλισσες και να φέρουν το μακρινό βουητό της θάλασσας να δροσίσει τις πλαγιές μας.”
Ένας πελώριος βράχος είναι “τα χέρια” που κρατούν τον τεράστιο σταυρό που δεσπόζει, λειαίνοντας ψυχές και σώματα στο νησί. Ο άνεμος δυναμώνει, το λιμάνι, που πριν λίγο έμοιαζε με ολόκληρο κόσμο, τώρα μικραίνει, ώσπου γίνεται μια λεπτομέρεια μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Κοιτώ τη θάλασσα να αλλάζει χρώματα μαζί με τον ουρανό και νιώθω πως το νησί αρχίζει επιτέλους να μου αποκαλύπτεται...

Παρασκευή βράδυ, κοιτάζω την πρόβλεψη για τον καιρό εστιάζοντας στο Βεζούβιο. Δύσκολα τα πράγματα, δίνει πορτοκαλί έως κόκκινη προειδοποίηση για ισχυρές καταιγίδες. Ο “βολεψιάρης” εαυτός μου αναδύεται:
“Πέσε για ύπνο, λεβέντη μου, και άσε το βουνό για την επόμενη φορά.”
Σάββατο ξημέρωμα, δυνατή βροχή ανάκατη με ισχυρό άνεμο με καλημερίζουν. Κοιτάζω τον Βεζούβιο, είναι έως τη μέση καλυμμένος με πυκνή νέφωση. Νάτος πάλι ο “βολεψιάρης”:
“Άραξε φίλε, πάρε πρωινό και πάμε για ψώνια, εσπρεσάκι και βόλτες. Μην τολμήσεις να με πας εκεί πάνω με τέτοιον καιρό!”
Κοιτάζω ξανά την πλαγιά. Τα σύννεφα έχουν καταπιεί τη μισή κορυφή. Δεν υπήρχε καμία υπόσχεση ότι ο καιρός θα άνοιγε. Μόνο η επιλογή να ξεκινήσω ή να γυρίσω πλευρό.
Γυρίζω το βλέμμα μου στον βολεψιάρη και του απαντώ:
“Η λογική μου και το σώμα μου λένε τα ίδια με σένα, αλλά η ζωή δεν περιμένει να ετοιμαστείς - απαιτεί να εμφανιστείς και, ξέρεις, δεν είναι η ήττα που μας διαλύει, αλλά η ατέλειωτη αναμονή για την τέλεια στιγμή.”

Μπήκα στο Βεζούβιο. Ένα όνειρο των μαθητικών μου χρόνων παίρνει επιτέλους σάρκα και οστά. Βρίσκομαι στις πλαγιές ενός από τους μεγαλύτερους ταραξίες της Μάνας Γης!
Στους πρόποδες του βουνού, χαραγμένο πάνω στο κοκκινόμαυρο ηφαιστειογενές έδαφος, ένα φαρδύ μονοπάτι ανηφορίζει προς τον κρατήρα, παρασύροντας μαζί του πλήθος προσκυνητών. Όσο κερδίζω υψόμετρο, ο κόσμος μικραίνει. Η Νάπολη χάνεται πότε μέσα στη βροχή και πότε πίσω από κουρτίνες σύννεφων που ταξιδεύουν σαν ουράνια, διάφανα πλοία. Ο παγωμένος άνεμος μεταφέρει ένα παράξενο άρωμα από στάχτη και σταφύλια, τη μυρωδιά ενός τόπου που έμαθε να ζει στη σκιά του ηφαιστείου.

Μια μικρή ηφαιστειακή πέτρα βρίσκεται μπροστά μου. Τη σηκώνω και νιώθω τη ζεστασιά της να περνά στην παλάμη μου, σαν ανασεμιά στην καρδιά. Σε ένα μικρό πλάτωμα διακρίνω μια ξύλινη καλύβα που, σαν πανωφόρι, με αγκαλιάζει μόλις περνώ την πόρτα της. Ένα μικρό κοριτσάκι έρχεται προς το μέρος μου. Τα μάτια του λάμπουν σαν φλόγες και το πρόσωπό του έχει την αγνότητα παλιού εικονίσματος. Μου προσφέρει ένα ποτήρι ζεστό κρασί.
“Πιες το, προσκυνητή”, μου λέει. “Είναι τα δάκρυα του Χριστού. Αυτά θα σε οδηγήσουν στον κρατήρα.”

Σε αντικρίζω και δακρύζω, Άγγελε της ζωής και του θανάτου. Δεν είσαι ένας κρατήρας ηφαιστείου. Είσαι η πύλη που όρισε ο Θεός. Στέκομαι στην άκρη σου καθώς τα στοιχεία της φύσης στροβιλίζονται γύρω μου. Τώρα ξέρω, ήρθα να σε δω για να δω καθαρότερα τον εαυτό μου.
Κατεβαίνω τις πλαγιές σου, όπου άφησα τον φόβο της ατέλειωτης αναμονής και πήρα μαζί μου το θάρρος να εμφανίζομαι. Ακόμη κι όταν ο ουρανός προμηνύει καταιγίδα.

Δημήτρης Ραυτόπουλος
Γεννήθηκα στον Πειραιά από νησιώτες γονείς. Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με τα βουνά ήταν κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο στρατό ως αλεξιπτωτιστής.
Ένα από τα μεγάλα όνειρα - όραματα μου είναι να τρέξω σ´ όλα τα βουνά της Ελλάδας κ όχι μόνο. Πιστεύω ότι κάθε μέτρο που διανύει κανείς στο βουνό πρέπει να μετατρέπεται σε μεταδιδόμενη σοφία.
Οταν τρέχω στη φύση είμαι ένας άνθρωπος χωρίς ηλικία ή μάλλον ένας ιδρωμένος εικοσάρης που καταγράφει σαν Η/Υ κάθε εικόνα της, στιγμή της, ευωδία της κ που έχει σαν στόχο - σκοπό να μεταδώσει αυτή τον οργασμό μεταξύ της φύσης κ της ζωής, σε όποιον δέκτη - άνθρωπο είναι ανοικτός.