
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
Τα τελευταία χρόνια, το μαλλί merino έχει κερδίσει σταθερά έδαφος στον χώρο του outdoor ρουχισμού και όχι άδικα θα λέγαμε, μιας και για πολύωρη χρήση στο βουνό, τα δυνατά του σημεία, όπως η διαχείριση της θερμοκρασίας, της υγρασίας και των οσμών δεν προσδίδουν απλά άνεση, αλλά καθορίζουν την ίδια την εμπειρία της δραστηριότητας που κάνουμε.
Όπως θα έχετε διαπιστώσει στα άρθρα που έχουμε ήδη δημοσιεύσει (παρουσίαση & συνέντευξη) η Woolona είναι ένα brand με ιστορία που ξεκινά από το 1952 και βασίζεται αποκλειστικά στη χρήση 100% φυσικού μαλλιού merino. Με παρουσία σε αρκετές χώρες τα τελευταία χρόνια, έκανε όπως είδαμε πρόσφατα την είσοδό της και στην Ελλάδα, μέσα από μια καθαρά προσωπική προσπάθεια, που ξεκίνησε από την ίδια την εμπειρία χρήσης των προϊόντων.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον με το merino - πέρα από το ότι δεν έχει καμία σχέση με την “κλασική” εικόνα του μαλλιού - είναι ο τρόπος που λειτουργεί στο πεδίο, μιας και ρυθμίζει τη θερμοκρασία του σώματος, απομακρύνει την υγρασία χωρίς να δίνει την αίσθηση του βρεγμένου και παραμένει λειτουργικό ακόμη και μετά από πολύωρη χρήση, χωρίς να συγκρατεί οσμές. Αυτά τα χαρακτηριστικά του το κάνουν ιδιαίτερα δυνατό για δραστηριότητες όπως το ορεινό τρέξιμο, η πεζοπορία και γενικά τα αθλήματα βουνού, αλλά και για πιο καθημερινή χρήση. Αυτό το τελευταίο έχει να κάνει με τις σχεδιαστικές “πινελιές”, καθώς και τα χρώματα που έχει βάλει στα ρούχα της η Woolona.
Με αυτό το θεωρητικό πλαίσιο λοιπόν, το τελευταίο διάστημα είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω στην πράξη μια σειρά από ρούχα της Woolona, σε συνθήκες πραγματικής χρήσης που περιλάμβαναν από προπονήσεις τρεξίματος με διαφορετικές εντάσεις και μέρη (μονοπάτια και άσφαλτος) μέχρι πεζοπορικές εξορμήσεις στα βουνά της περιοχής, όπως το Παναχαϊκό, ο Ομπλος και ο Αράκυνθος. Στη συνέχεια του άρθρου θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω την εμπειρία μου από τα ρούχα, προσπαθώντας να δω πού πραγματικά στέκεται το merino - και ειδικά οι συγκεκριμένες προτάσεις - σε σχέση με τα πιο κλασικά συνθετικά υλικά που χρησιμοποιούμε οι περισσότεροι εδώ και χρόνια.
Την REMUS την δοκίμασα κυρίως σε τρεξίματα ως εξωτερικό layer, αλλά και σε πεζοπορίες με πιο χαμηλές θερμοκρασίες ως βασικό εσωτερικό layer. Αυτό που μου “χτύπησε” από την πρώτη στιγμή είναι η αίσθηση που έχει. Έχει πολύ απαλή επαφή με το δέρμα, σχεδόν δεν νιώθεις ότι την φοράς και σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με την “τραχιά” αίσθηση που έχει γενικότερα το μαλλί. Παράλληλα, η εφαρμογή της είναι αρκετά fit ώστε πρακτικά να την ξεχνάς πάνω σου, κάτι που για το τρέξιμο έχει μεγάλη σημασία.

Σε πιο λειτουργικό επίπεδο, η συμπεριφορά της στην απομάκρυνση του ιδρώτα και των οσμών είναι από τα πιο δυνατά της σημεία, άλλωστε σύμφωνα και με τα τεχνικά χαρακτηριστικά της, πρόκειται για ένα 100% merino ρούχο (~195 g/m², 18.5 micron) με έμφαση στη θερμορύθμιση και την απομάκρυνση ιδρώτα. Πράγματι λοιπόν, στεγνώνει απίστευτα γρήγορα και διαχειρίζεται πολύ καλά την υγρασία στο μεγαλύτερο μέρος του σώματος, με μια μικρή εξαίρεση σε σημεία όπως οι μασχάλες και το εσωτερικό του αγκώνα, όπου κρατάει λίγο περισσότερο υγρασία. Το ίδιο εντυπωσιακή είναι όμως η συμπεριφορά της στις μυρωδιές. Ακολούθησα την προτροπή του Βασίλη και της Jelena και την χρησιμοποίησα για 7–8 συνεχόμενες προπονήσεις χωρίς πλύσιμο και δεν παρουσίασε καμία απολύτως μυρωδιά, κάτι που την διαφοροποιεί ξεκάθαρα από τα κλασικά συνθετικά ρούχα. Σε θερμοκρασίες γύρω στους 20–22°C, παραμένει επίσης πιο δροσερή απ’ όσο περιμένεις από ένα μακρυμάνικο ρούχο. Στα μειονεκτήματα, θα έλεγα ότι μια μικρή τσέπη θα την έκανε πιο ολοκληρωμένη ως εξωτερικό κομμάτι στο τρέξιμο.

Η τιμή λιανικής της είναι 78€ και τα τεχνικά της χαρακτηριστικά μπορείτε να τα δείτε εδώ.
Την ASTRO την φόρεσα και πάλι κυρίως σε τρεξίματα ως εξωτερικό layer, σε λίγο πιο ψυχρές συνθήκες σε σχέση με τη REMUS. Η αίσθηση που μου άφησε είναι ότι πρόκειται για λίγο πιο “γεμάτο” ρούχο, με μεγαλύτερη πυκνότητα και μια πιο προστατευτική συμπεριφορά απέναντι στο κρύο και τον αέρα, χωρίς όμως να χάνει τον χαρακτήρα του μαλλιού merino όσον αφορά την αναπνοή και την άνεση.

Στην πράξη, είναι και αυτή εξαιρετική στη διαχείριση ιδρώτα και οσμών, παραμένοντας στα ίδια πολύ υψηλά επίπεδα που περιμένεις από ένα 100% merino κομμάτι. Ο ψηλός γιακάς είναι από τα στοιχεία που μου άρεσε, καθώς προστατεύει αποτελεσματικά σε συνθήκες έντονου αέρα, ενώ το 3/4 φερμουάρ δίνει πολύ καλή δυνατότητα ρύθμισης της θερμοκρασίας όταν ανεβαίνει η ένταση και .. η θερμοκρασία μας. Το εσωτερικό του γιακά είναι ιδιαίτερα απαλό, κάτι που θα εκτιμηθεί από όσους έχουν ευαισθησία στην περιοχή του λαιμού, ειδικά σε πολύωρη χρήση.
Σε επίπεδο λεπτομερειών, ξεχωρίζουν μικρές αλλά προσεγμένες “πινελιές”, όπως η “θήκη” για το κλιπ του φερμουάρ, το διακριτικό μπλε χρώμα στις λεπτομέρειες και το σήμα της Woolona στο στήθος. Η μπλούζα είναι ελαφρώς πιο μακριά στο πίσω μέρος, κάτι που βοηθάει στο τρέξιμο και στην κάλυψη καθώς κινούμαστε. Συνολικά αφήνει την εντύπωση ότι είναι ένα ρούχο με πιο “ανθεκτικό” χαρακτήρα σε σχέση με τη REMUS, ενώ σε έντονο κρύο λειτουργεί ξεκάθαρα ως πολύ αξιόπιστο base/mid layer.

Στα πρακτικά μειονεκτήματα, και εδώ μια μικρή τσέπη θα το έκανε ακόμη πιο ολοκληρωμένο για χρήση στο τρέξιμο. Κατά τα άλλα, μιλάμε για ένα κομμάτι που δείχνει να στοχεύει περισσότερο σε σταθερή απόδοση σε δυσκολότερες συνθήκες, παρά σε καθαρά αγωνιστική χρήση.
Η τιμή λιανικής της είναι 74€ και τα τεχνικά της χαρακτηριστικά μπορείτε να τα δείτε εδώ.
Με την SCOUT πάμε σε ένα πιο “χαλαρό” ρούχο, αφού πρόκειται για ένα unisex φούτερ από 100% μαλλί merino, σχεδιασμένο να “κινείται” άνετα ανάμεσα σε δραστηριότητες όπως η πεζοπορία και η ποδηλασία μέχρι το γυμναστήριο, αλλά και καθημερινές βόλτες στην πόλη. Στην πράξη, λειτουργεί σαν ένα ρούχο που δεν περιορίζει ως προς τη χρήση, αλλά κρατάει ξεκάθαρα τον outdoor χαρακτήρα του.

Προφανώς το μαλλί merino ξεχωρίζει στη διαχείριση ιδρώτα και οσμών, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό και σε πιο casual χρήση, όπου συχνά τα ρούχα φοριούνται πολλές ώρες μέσα στην ημέρα. Και εδώ με εντυπωσίασε η εξαιρετικά μαλακή και ευχάριστη αίσθηση που αφήνει, σε σημείο που πραγματικά χαίρεσαι να το φοράς για μεγάλα διαστήματα χωρίς να το σκέφτεσαι. Η κουκούλα εφαρμόζει πολύ καλά στο κεφάλι και ρυθμίζεται εύκολα και λειτουργικά μέσω των κορδονιών, κάτι που βοηθάει όταν υπάρχει αέρας ή μεταβολές στις συνθήκες.

Σχεδιαστικά τώρα, ξεχωρίζουν κάποιες λεπτομέρειες όπως το πορτοκαλί εσωτερικό της κουκούλας και τα αντίστοιχου χρώματος κορδόνια, οι οποίες δημιουργούν ωραία αντίθεση με το κυπαρισσί/πράσινο χρώμα του ρούχου. Η μπροστινή τσέπη τύπου καγκουρό είναι πρακτική, τόσο για να ζεσταίνει τα χέρια όσο και για αποθήκευση μικρών αντικειμένων όπως γάντια ή σκούφος. Στο τελείωμα των μανικιών και στο κάτω μέρος υπάρχει πιο σφιχτή ύφανση που βοηθάει στην εφαρμογή και στη συγκράτηση της θερμότητας.

Συνολικά, το φούτερ δείχνει πιο lifestyle προσανατολισμό σε σχέση με τα προηγούμενα δύο κομμάτια, χωρίς όμως να χάνει την ουσία της απόδοσης του merino. Είναι από τα ρούχα που δύσκολα μένουν “μόνο για το βουνό”, καθώς πολύ εύκολα μπαίνουν και στην καθημερινή χρήση. Κάτι που εφάρμοσα κατά κόρον όταν ήρθε στα χέρια μου!
Η τιμή λιανικής της είναι 94,50€ και τα τεχνικά της χαρακτηριστικά μπορείτε να τα δείτε εδώ.
Εδώ πάμε σε ένα πιο κλασσικό ρούχο, σε στυλ ζακέτας. Η BORNOVA είναι φούτερ που λειτουργεί ξεκάθαρα ως εξωτερικό ρούχο σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Επαναλαμβάνομαι, αλλά είναι γεγονός ότι όπως και στα υπόλοιπα κομμάτια της δοκιμής μας, ο χαρακτήρας της βασίζεται στην εξαιρετική συμπεριφορά του μαλλιού merino στη διαχείριση ιδρώτα και οσμών, κάτι που την κάνει πρακτική επιλογή για συνεχόμενη χρήση μέσα στην ημέρα, είτε σε πεζοπορία είτε σε καθημερινή χρήση στην πόλη.

Στην πράξη, αυτό που ξεχώρισα πρώτο είναι η πολύ μαλακή αίσθηση στο δέρμα, ειδικά στον γιακά, ο οποίος είναι εξαιρετικά άνετος ακόμη και όταν φοριέται για πολλές ώρες. Το φερμουάρ σε όλο το μήκος δίνει πολύ καλή ευελιξία στη θερμορύθμιση, επιτρέποντας γρήγορο άνοιγμα και κλείσιμο. Μια μικρή αλλά ωραία λεπτομέρεια είναι το κορδονάκι στο φερμουάρ, που βοηθάει πρακτικά αλλά και αισθητικά (ωραίο γαλάζιο χρώμα). Οι δύο πλαϊνές τσέπες είναι λειτουργικές και καλά τοποθετημένες, με αρκετό χώρο για βασικά αντικείμενα ή απλά … για ζέσταμα των χεριών.

Η εφαρμογή της είναι σταθερή, με πιο σφιχτό τελείωμα τόσο στο κάτω μέρος όσο και στα μανίκια, κάτι που βοηθάει στη συγκράτηση θερμότητας χωρίς να περιορίζει την κίνηση. Συνολικά δίνει μια αίσθηση πιο “δομημένου” ρούχου σε σχέση με το φούτερ SCOUT, παραμένοντας όμως εξίσου άνετο και ευχάριστο στη χρήση.

Είναι από τα ρούχα που μπορούν να λειτουργήσουν τόσο ως ελαφρύ εξωτερικό layer στο βουνό όσο και ως καθημερινή ζακέτα, χωρίς να δείχνουν “καθαρά τεχνικά”.
Η τιμή λιανικής της είναι 107,10€ και τα τεχνικά της χαρακτηριστικά μπορείτε να τα δείτε εδώ.
Εδώ ξεφεύγουμε από τη λογική του 100% merino, αλλά πάντως οι συγκεκριμένες χαμηλές κάλτσες της Woolona εντάσσονται ξεκάθαρα στη λογική του brand όσον αφορά την άνεση και τη διαχείριση της υγρασίας (ιδρώτας ή νερό) και των οσμών. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι στιγμής τις έχω φορέσει αποκλειστικά σε τρεξίματα, όπου τέτοιου τύπου λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά, αλλά σίγουρα θα τις “τιμήσω” και σαν καθημερινές κάλτσες όσο καλοκαιριάζει.

Στην εφαρμογή τους είναι πολύ σταθερές, με ένα πιο σφιχτό επάνω μέρος που κρατάει την κάλτσα στη θέση της χωρίς να πιέζει υπερβολικά. Στο πίσω μέρος ανεβαίνουν ελαφρώς πιο ψηλά, κάτι που προστατεύει τον αχίλλειο και βοηθάει στο να μην “γλιστρούν” μέσα στο παπούτσι ακόμα και μετά από πολλές ώρες τρεξίματος. Η αίσθηση στο πόδι είναι πολύ μαλακή, ενώ η απουσία ραφών συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των ερεθισμών και στην αποφυγή φουσκάλων.

Ένα ακόμη θετικό στοιχείο που εντόπισα είναι ότι παρά τη χρήση τους σε σε δεκάδες προπονήσεις, δεν έχουν ξεχειλώσει μέχρι στιγμής καθόλου και διατηρούν τη φόρμα τους. Παράλληλα, όπως και τα υπόλοιπα προϊόντα της Woolona, δεν κρατούν οσμές, κάτι που ενισχύει τη συνολική αίσθηση καθαριότητας ακόμη και μετά από έντονη χρήση.

Αισθητικά, ξεχωρίζει η διακριτική λεπτομέρεια με το κέντημα της Woolona στο κάτω μέρος, που δίνει ένα πιο “προσεγμένο άγγιγμα” σε ένα κατά τα άλλα καθαρά λειτουργικό προϊόν. Συνολικά, πρόκειται για μια κάλτσα που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά κάνει πολύ σωστά τα βασικά και αυτό - στο τρέξιμο ιδίως - είναι μάλλον το πιο σημαντικό.

Η τιμή λιανικής της είναι 17€ (2 ζευγάρια η συσκευασία) και τα τεχνικά της χαρακτηριστικά μπορείτε να τα δείτε εδώ.
Δημήτρης Τρουπής
Κατάγεται από το Ξυλόκαστρο Κορινθίας και ζει μόνιμα στην Πάτρα. Συμμετείχε στην συντακτική ομάδα του Adventure Zone από το 2009, ενώ μαζί με τον Τάκη Τσογκαράκη ίδρυσαν και "τρέχουν" το Advendure. Το τρέξιμο στα μονοπάτια των βουνών και η μεταφορά εικόνων και συναισθημάτων μέσα από τα άρθρα του αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Παθιάζεται με τους αγώνες ορεινού τρεξίματος, υπεραντοχής και περιπέτειας. Έχει πολλές συμμετοχές και διακρίσεις σε αγώνες ορεινού τρεξίματος όλων των αποστάσεων, με έμφαση στους αγώνες ultra trail. Θεωρεί ότι το τρέξιμο και η πεζοπορία στη φύση είναι μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου, μας φέρνει πιο κοντά σε αυτήν και μας κάνει να αγαπήσουμε περισσότερο το περιβάλλον.
Συνέντευξη στην ET1:
https://www.youtube.com/watch?v=3iyn3QmFlyE
Podcast "Γιατί Τρέχουμε" - s2 #09"
https://www.youtube.com/watch?v=2LTrKZ8PyWc
www.advendure.com