Ultra Trail Tour du Mont-Blanc, ορεινός υπερμαραθώνιος τρεξίματος στις Άλπεις

Από 10 Σεπ 2005

Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις αγώνων που γνώρισαν την επιτυχία με το ξεκίνημά τους. Συνήθως όλοι γνωρίζουν διαδοχικές φάσεις ωρίμανσης, κάνοντας έναν κύκλο κάποιων χρόνων –λιγότερων ή περισσότερων, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στον συγκεκριμένο αθλητικό αλλά και γεωγραφικό χώρο όπου οριοθετούνται. Η περίπτωση του UTMB (Ultra Trail Tour du Mont-Blanc) αποτελεί μια εξαίρεση στον γενικότερο αυτό κανόνα, υπενθυμίζοντας στους φίλους των αθλημάτων περιπέτειας & αντοχής, πέρα από το κλισέ ότι «η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα», ότι όσο μεγαλύτερη είναι μια πρόκληση τόσο περισσότερο προσελκύει το ενδιαφέρον. Πριν από λίγες μέρες ο UTMB γνώρισε την 3η διοργάνωσή του στο ψηλότερο βουνό της Ευρώπης, συγκεντρώνοντας 2.000 αθλητές από 40 χώρες, οι οποίοι κλήθηκαν να υποστούν τη δοκιμασία να τρέξουν ή και να πεζοπορήσουν 158 χιλιόμετρα χωρίς στάσεις. Το Α-Ζ ήταν εκεί και είδε από κοντά τη μεγάλη γιορτή του ευρωπαϊκού ορεινού τρεξίματος.

 

 Tον Αύγουστο του 2003 ένας νέος αγώνας έκανε την εμφάνισή του στο χώρο του ευρωπαϊκού mountain (ultra) running, έγινε μάλιστα ο πρώτος αγώνας «100 μιλίων» στη γηραιά ήπειρο (οι αγώνες 100 μιλίων -160 χιλιομέτρων περίπου- αποτελούν έναν αρκετά δημοφιλή τύπο αγώνων στις ΗΠΑ). Τότε, 600 περίπου αθλητές βρέθηκαν στο Chamonix, στις γαλλικές πλαγιές των Άλπεων στη σκιά του Mont-Blanc, της ψηλότερης κορυφής τους. Η φρέσκια εκδοχή μιας παλιότερης ιδέας ήταν το κλικ για να δημιουργηθεί ένας από τους πιο πετυχημένους θεσμούς –παγκόσμια πλέον- στις ορεινές υπεραποστάσεις.


Το 2004, το UTMB γνώρισε τη δεύτερη διοργάνωσή του, τριπλασιάζοντας σχεδόν τον αριθμό των αθλητών που πήραν μέρος (1600)! Ήδη η φήμη του αγώνα είχε ξεπεράσει τα ευρωπαϊκά όρια και όλα ήταν περισσότερο εύκολα για το χτίσιμο του μύθου. Το 2003, κάτω από κακές καιρικές συνθήκες, μόλις ο 1 στους 8 κατάφερε να περάσει τη γραμμή του τερματισμού ενώ το 2004 ο λόγος έφτασε στο 1 προς 4. Πολλοί λοιπόν ήταν εκείνοι που θα ήθελαν να πάρουν μέρος, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις τους.

Οι διοργανωτές γνώριζαν από πέρυσι ότι γι αυτόν και μόνο το λόγο ο UTMB θα αποτελέσει τη μείζονα πρόκληση των επόμενων χρόνων για τους δρομείς βουνού και υπεραποστάσεων –τουλάχιστον στην πλούσια αθλητικά παράλπια Ευρώπη (Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Αυστρία, Ιταλία). Το όριο των 1900 συμμετοχών που είχαν θέσει για το 2005, υπερκαλύφθηκε πέντε ολόκληρους μήνες (!) πριν τον αγώνα, από αθλητές που προέρχονταν από 40 χώρες! Κάτι σαν μαζική ψύχωση φαινόταν να έχει καταλάβει το αθλητικό κοινό του χώρου.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

Ο UTMB αποτελεί έναν αγώνα τρεξίματος υπερμαραθώνιας απόστασης. Πρέπει να διευκρινίσουμε βέβαια ότι ο όρος «τρέξιμο» ίσως να χρησιμοποιείται καταχρηστικά αφού με εξαίρεση τους ταχύτερους αθλητές του αγώνα, όλοι οι υπόλοιποι πετυχαίνουν έναν τελικό μέσο όρο γρήγορου περπατήματος, κάτι που συμβαίνει εξάλλου σε πολλούς αγώνες ορεινού τρεξίματος εξαιτίας των μεγάλων υψομετρικών διαφορών που καλύπτουν οι αθλητές. Στον UTMB, το συνολικό μήκος της διαδρομής φτάνει τα 158 χιλιόμετρα, από τα οποία το 70% είναι μονοπάτια, το 20% χωματόδρομοι και το 10% ασφαλτόδρομοι. Η διαδρομή ξεκινά από το κέντρο του γνωστού ορεινού θέρετρου Chamonix, στις δυτικές υπώρειες του Mont Blanc σε υψόμετρο 1040 μέτρα και αφού περιτρέξει τον ορεινό όγκο του Mont Blanc με αριστερόστροφη φορά (κινούμενη νότια καταρχήν, ανατολικά κατόπιν, βόρεια, δυτικά και πάλι νότια) τερματίζει στο ίδιο σημείο. Στην πορεία τους οι αθλητές περνούν από τρεις χώρες συνολικά (Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία) και από τρεις κοιλάδες (Chamonix στη Γαλλία, Veny στην Ιταλία και Ferret στην Ελβετία).

Αναφορικά με τις τεχνικές δυσκολίες της διαδρομής, το UTMB καλύπτει θετική υψομετρική διαφορά 8650 μέτρων (και αντίστοιχα άλλη τόση κατάβαση, εφόσον εκκίνηση και τερματισμός βρίσκονται στο ίδιο σημείο). Οι αθλητές ανηφορίζουν εννέα φορές συνολικά, σε αναβάσεις με θετική διαφορά από 400 μέχρι και 1250 μέτρα. Το χαμηλότερο υψομετρικό σημείο της διαδρομής βρίσκεται στα 1000-1050 μέτρα και ο αθλητής φτάνει σ αυτό 3 φορές ενώ το ψηλότερο ξεπερνά τα 2500 (μέγιστο 2537) με τη διαδρομή να περνά 7 φορές πάνω από τα 2000 μέτρα. Το τεραίν ποικίλει από μονοπάτι μέχρι και άσφαλτο, πάντως όσο αφορά τα μονοπάτια του αγώνα, αυτά χαρακτηρίζονται από χαμηλό βαθμό επικινδυνότητας και ο αντικειμενικός κίνδυνος από πιθανή πτώση είναι μικρός. Σε καμιά περίπτωση η διαδρομή δεν προσεγγίζει παγετώνες, κάτι που μειώνει ακόμα περισσότερο τους αντικειμενικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι δρομείς. Εξάλλου, ο αγώνας κινείται στο μεγαλύτερο μέρος του πάνω στο πεζοπορικό / τουριστικό μονοπάτι ΤΜΒ (Tour du Mont Blanc) -που δάνεισε εξάλλου και το όνομά του στον αγώνα- μια δημοφιλή διαδρομή εβδομαδιαίας και πλέον διάρκειας που γίνεται κάθε καλοκαίρι από χιλιάδες πεζοπόρους για αναψυχή. Ο αγώνας περνά αρκετά τακτικά από κατοικημένες περιοχές (συνολικά από 10 χωριά), με αποτέλεσμα ο αθλητής να μην έχει την αίσθηση της πλήρους απομόνωσης –κάτι όχι απαραίτητα καλό για τέτοιου είδους αγώνα, που ωστόσο μειώνει ακόμα περισσότερο τους αντικειμενικούς κινδύνους για τους συμμετέχοντες.



Η σηματοδότηση είναι πυκνή και είναι σχεδόν αδύνατο να πάρει κάποιος λάθος διαδρομή. Τα σήματα που χρησιμοποιούν οι διοργανωτές βασίζονται στη φιλοσοφία της «ταινίας έργου», με επιβεβαιωτικό χαρακτήρα, που κρέμεται από μια πράσινη φωσφορούχα ταινία σε μορφή φιόγκου-σταυρού, καρφωμένη πάνω σε λεπτά καλάμια ύψους 70-80 εκατοστών, μπηγμένων στο χώμα. Σε περιοχές με βλάστηση το σήμα κρέμεται από κλαδιά δέντρων, πετυχαίνοντας ακόμα καλύτερο αποτέλεσμα. Από προσωπική εμπειρία διαπιστώσαμε ότι σε κάθε περίπτωση μέσα στη νύχτα -ακόμα και με ομίχλη- το φωσφορούχο σήμα φαίνεται από πολύ μακριά, αρκεί να φωτιστεί από κάποιο φακό. Πέρα από τα 5000 και πλέον συγκεκριμένα σήματα (τα λεγόμενα balisages από τη διοργάνωση) υπήρχαν εκατοντάδες βαμμένα με σπρέι σήματα σε διασταυρώσεις δρόμων. Δεν υπήρχαν πινακίδες χιλιομετρικών ενδείξεων, παρά μόνο τα πανώ των 21 σταθμών του αγώνα, στα οποία αναγραφόταν το χιλιόμετρο στο σημείο εκείνο.

Η εκκίνηση του αγώνα δίνεται στις 7 το απόγευμα από την κεντρική πλατεία του Chamonix (Σαμονί), πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι αθλητές είναι υποχρεωμένοι να περάσουν το πρώτο μέρος του αγώνα μέσα στη νύχτα, με χρήση φακού. Για τους αθλητές που θα καταφέρουν να φτάσουν στον τερματισμό μέχρι τις 26 ώρες (περίπου το 1% του συνόλου) αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται να αγωνιστούν με φακό για δεύτερο βράδυ. Πρακτικά, το 97% των αθλητών που τερμάτισαν τον αγώνα φέτος, χρειάστηκε να κινηθούν και για δεύτερη φορά σε σκοτάδι μέσα στον ίδιο αγώνα.

Οι κανονισμοί του αγώνα είναι απλοί και μοιάζουν με αντίστοιχους παρόμοιων αγώνων. Ο κάθε αθλητής είναι υποχρεωμένος να φέρει μαζί του ελάχιστο υποχρεωτικό εξοπλισμό (δύο φακούς κεφαλής με εφεδρικές μπαταρίες, μπουφάν για τη βροχή και το κρύο, κολάν παντελόνι, σκούφο, αλουμινοκουβέρτα, επίδεσμο, τροφή και νερό) σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, ώστε να μπορεί να καλυφθεί σε θέματα ασφάλειας και αυτονομίας σε κάποιο βαθμό. Υπάρχουν περίπου 20-22 σημεία ελέγχου πάνω στη διαδρομή, που ταυτόχρονα αποτελούν και σταθμούς τροφοδοσίας των αθλητών. Το χρονικό όριο εγκυρότητας για τον τερματισμό των αθλητών φτάνει τις 45 ώρες, ενώ υπάρχουν αρκετά ακόμα ενδιάμεσα όρια αποκλεισμού (πιο σημαντικό απ αυτά το 18ωρο στο Courmayeur, τον σταθμό-κλειδί), έτσι ώστε ο αγώνας να μπορεί να κοντρολαριστεί οργανωτικά. Στους νικητές του αγώνα δεν δίνονται χρηματικά έπαθλα, παρά μόνο αναμνηστικά δώρα, κάτι που ισχύει για όλους όσους τερματίζουν τον αγώνα!



Αν κάποιος θα προσπαθούσε να εντοπίσει τις κύριες δυσκολίες του UTMB, τότε σίγουρα θα εντόπιζε τα παρακάτω δύο στοιχεία:
- Το μεγάλο μήκος του αγώνα. Τα 158 χιλιόμετρα του UTMB (σχεδόν 100 μίλια κατά τα αμερικάνικα πρότυπα των 100 Milers) έχουν μεγαλύτερη συνολική υψομετρική διαφορά από άλλους παρόμοιους αγώνες, με αποτέλεσμα να απαιτείται περισσότερος χρόνος για τη συμπλήρωση της διαδρομής. Μια απλή σύγκριση με το οικείο στους Έλληνες Σπάρταθλο, σε επίπεδο επιδόσεων, δείχνει τη διαφορά αυτού του αγώνα από έναν ultra σε δρόμο. Οι 21 ώρες (χρόνος νικητών και στις δύο σχεδόν διοργανώσεις) για τα 158 km στο UTMB δίνουν έναν μέσο όρο 7,5km/h ενώ οι 21 ώρες για τα 248 km του Σπαρτάθλου δίνουν μέσο όρο 11km/h, αριθμός που δίνει το μέγεθος της δυσκολίας που κρύβει ο UTMB.
- Ώρα εκκίνησης. Η εκκίνηση δίνεται στις 7 το απόγευμα, με αποτέλεσμα σχεδόν όλοι οι αθλητές που θα τερματίσουν τον αγώνα (το 39% του συνόλου, το 2005) να είναι αναγκασμένοι να αγωνιστούν και δεύτερη νύχτα μέσα στον ίδιο αγώνα, κάτι που είναι εξαιρετικά σκληρό έως εξοντωτικό. Φυσικά υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο οι διοργανωτές επέλεξαν τη συγκεκριμένη ώρα εκκίνησης προκειμένου να διευκολύνουν τους αθλητές να περάσουν με ευνοϊκές θερμοκρασιακές συνθήκες το πρώτο τμήμα της διαδρομής, που κατά μείζονα λόγο κινείται σε αλπικά (γυμνά) πεδία, με αποτέλεσμα να διατρέχουν τον κίνδυνο αφυδάτωσης και εξάντλησης κάτω από συνθήκες ηλιοφάνειας.

Ο ΦΕΤΙΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Η άνοδος του επιπέδου συμμετοχών μαζί με το πλήθος τους, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της φετινής 3ης διοργάνωσης. Ανάμεσα στα ονόματα που αναμένονταν από την αρχή να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο, ήταν αρκετοί από το 2004, όπως ο περσινός νικητής Vincent Delebarre, που καλούνταν να υπερασπίσει τον τίτλο του αλλά και να δικαιώσει τους αμέτρητους φίλους του στο Chamonix, στο οποίο γεννήθηκε και ζει, ένας οδηγός βουνού και προπονητής σε πλήθος αθλημάτων αντοχής, με ατέλειωτες διακρίσεις στη χώρα του. Πρόσφατα ο Vincent δοκίμασε την τύχη του στον πιο διάσημο 100Miler (Western States), όπου όμως απογοήτευσε τους ευρωπαίους φίλους του τερματίζοντας στη 19η μόλις θέση. Ο ίδιος νωρίτερα είχε αγωνιστεί στο Marathon des Sables όπου κατάφερε να πλασαριστεί στην πρώτη 8άδα.

Οι διεκδικητές του τίτλου είχε προστεθεί ο περσινός δεύτερος Dachhiri-Dawa Sherpa. O τρομερός Νεπαλέζος –μόνιμος κάτοικος Ελβετίας τα τελευταία 4 χρόνια- δεν είχε καταφέρει να δείξει τις πραγματικές του δυνατότητες στον περσινό αγώνα, όπου είχε μείνει 2ος αλλά με μεγάλη διαφορά από τον Delebarre. Έτσι του απομένει ο τίτλος του νικητή της πρώτης διοργάνωσης (2003). Ένα ακόμα όνομα που θεωρούνταν από πριν ως πιθανός νικητής για φέτος ήταν ο Ελβετός Christophe Jaquerod, που το 2004 είχε κοντραριστεί στήθος με στήθος με τον Delebarre για τα ¾ του αγώνα, πριν εγκαταλείψει εντελώς την προσπάθεια. Από τους υπόλοιπους ξεχωρίζουμε τον Αμερικανό Topher Gaylord (διευθυντή της North Face Europe, εκτός από πολύ καλό αθλητή). Ο Gaylord πρέπει να θεωρείται και ο αρχιτέκτονας της συνεργασίας της North Face (ως βασικού χορηγού) με τον UTMB. Μαζί του και ο συμπατριώτης του Dean Karnazes (με ελληνικές ρίζες), ο διάσημος Ultramarathon Man, ο οποίος καλούνταν για μια δεύτερη ευκαιρία, μετά την πλήρη αποτυχία του 2004 όπου εγκατέλειψε έχοντας μέχρι εκείνη τη στιγμή μια πολύ μέτρια θέση στην κατάταξη. Ακόμα, δεν θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη η εμφάνιση του σπουδαίου Ιταλού δρομέα Marco Olmo. Ο Marco, στα 56 του χρόνια αποτελεί μια υπολογίσιμη δύναμη στις υπεραποστάσεις περιπέτειας –φέτος ήταν μέσα στην 10άδα του Marathon des Sables.  

Λίγο πριν την εκκίνηση, στο κέντρο του Chamonix αθλητές και θεατές συρρέουν

Από νωρίς το απόγευμα εκατοντάδες αθλητές άρχισαν να συρρέουν στο κέντρο του Chamonix, όπου είχε στηθεί η κεντρική εξέδρα του αγώνα και μαζί της μια μεγάλη γιορτή. Οι υπεύθυνοι της διοργάνωσης βρίσκονταν ανεβασμένοι στην κορυφή της εξέδρας στην εκκίνηση και καλούσαν τον κόσμο να πάρει θέση πίσω από την εκκίνηση, ενώ τόνιζαν (μόνο στα γαλλικά δυστυχώς) τη σημασία του αγώνα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που τον κάνουν να είναι ένας από τους μοναδικούς στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα, ένα ελικόπτερο πετούσε πάνω από το χώρο της εκκίνησης παίρνοντας πλάνα από την εκδήλωση. Από τους τελευταίους ομιλητές ήταν ο Topher Gaylord, ως εκπρόσωπος του κεντρικού χορηγού του UTMB της North Face, ο οποίος πρόλαβε να ευχηθεί καλή τύχη σε όλους πριν κατέβει για να φορέσει τον αριθμό του αγώνα και να σταθεί με τους υπόλοιπους αθλητές στην εκκίνηση. Από τους τελευταίους που στάθηκαν στη γραμμή ήταν και ο Delebarre –επευφημούμενος από τους θεατές- με το χαρακτηριστικό καπελάκι του φορεμένο ανάποδα. Μια Νεπαλέζικη σημαία ανέμιζε ανάμεσα στους θεατές, δίνοντας το στίγμα των ανθρώπων που είχαν έρθει εκεί για να υποστηρίξουν τον Dachhiri Dawa Sherpa.

Η αντίστροφη μέτρηση έφτασε στο τέλος της και μια έντονη επευφημία από τους θεατές σήμανε το ξεκίνημα του αγώνα. Οι 2000 δρομείς άρχισαν να ξεχύνονται από την αψίδα της εκκίνησης στους κεντρικούς δρόμους του Chamonix και η μεγάλη γιορτή έμπαινε στην κορύφωσή της. Για 2 χιλιόμετρα –τόσο χρειάζονται για να βγει κανείς από την πόλη- ένα απίστευτο πλήθος αθλητών αλλά και θεατών κατέκλυζε τον κεντρικό δρόμο. Αμέσως μετά η κούρσα οδηγήθηκε στο πρώτο μονοπάτι που έμπαινε στο δάσος και όλοι προσπαθούσαν να πάρουν ένα καλό πλασάρισμα, ανάλογα με τις επιδιώξεις που είχαν για τον αγώνα. Δεν έλειπαν βέβαια και οι πιο εύθυμοι αθλητές, όπως κάποιοι που είχαν ντυθεί με στολές παλιάτσων, περούκες και καπέλα, δίνοντας μια ευχάριστη νότα στη σκληρή δοκιμασία που μόλις είχε ξεκινήσει.

Αρκετοί δρομείς βρέθηκαν στην κεφαλή της κούρσας στο ξεκίνημα, οι περισσότεροι απ αυτούς δεν θα έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο τέλος. Ανάμεσά τους όμως βρίσκονταν και οι πρώτοι, όπως οι Delebarre, Dawa Sherpa, Jaquerod, Olmo, Gaylord και άλλοι. Η κούρσα πέρασε από τον πρώτο αυχένα στο Voza (KM-13, 1653m) όντας όμως πολύ νωρίς για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Εκεί είχε στηθεί και ο πρώτος ουσιαστικός σταθμός του αγώνα, που πρόσφερε τα απαραίτητα για τη διατροφή των αθλητών. Το ελικόπτερο συνέχισε να πετά σε χαμηλό υψόμετρο, παίρνοντας πλάνα του αγώνα. Ένας μεγάλος κατήφορος οδήγησε την κούρσα προς το Contamines (KM-25, 1150m), όπου εκατοντάδες κάτοικοι του χωριού και τουρίστες, βρίσκονταν στους δρόμους χειροκροτώντας τους αθλητές. Οι πρώτοι χρειάστηκαν περίπου 2:15 για να καλύψουν αυτά τα πρώτα 25 χιλιόμετρα αλλά οι πραγματικοί πρώτοι κρατούσαν ακόμα τις δυνάμεις τους, τις οποίες απελευθέρωσαν λίγο μετά, στο ξεκίνημα του ανήφορου προς το Bohnomme (KM-37, 2330m), από όπου πρώτος πέρασε ο Dawa με τον Delebarre να ακολουθεί δεύτερος.

Ο κατήφορος που ακολούθησε πάνω σε μια γυμνή πλαγιά, με το μονοπάτι να στρίβει κοφτά συνεχώς, περνώντας από μικρά ρυάκια που αυλάκωναν το βουνό, οδήγησε τους αθλητές στον πρώτο μεγάλο κομβικό σταθμό, αυτόν του Chapieux (KM-44, 1550m), όπου ο Γάλλος κατάφερε να περάσει μπροστά μόλις για 50 δευτερόλεπτα (4:40) του Dawa (4:41). Η μονομαχία των δύο αθλητών άφησε αρκετά πίσω τους υπόλοιπους διεκδικητές, με τον Jaquerod (4:55) στην 3η θέση και τον απίστευτο Marco Olmo (5:10) στην 4η να δείχνει τις δυνάμεις του στην παρθενική του εμφάνιση στον UTMB. Στις γυναίκες, η Λουξεμβούργια Simone Kayser (γνωστή από τις συνεχόμενες νίκες της στο Marathon des Sables) πήρε κεφάλι, φτάνοντας σε 6:35 απέναντι στο 6:52 της Βρετανίδας Elisabeth Hawker που ήταν δεύτερη. Όσο για τους Έλληνες στον αγώνα, Βενετικίδης και Ρήγος πέρασαν σε 6:43 ενώ ο Νάνης σε 7:29.

Η νύχτα της Παρασκευής προς το Σάββατο ήταν μεγάλη για όλους στον αγώνα, άσχετα αν ήταν αθλητές ή διοργανωτές. Ευτυχώς για όλους πάντως, ο καιρός ήταν εξαιρετικός με την απόλυτη ξαστεριά και το φεγγάρι που ήταν στο τελευταίο μισό του, να στέκεται στον ουρανό δίνοντας τον στοιχειώδη φωτισμό σε όσους αποφάσιζαν να μην χρησιμοποιήσουν τους φακούς τους. Ένας μακρύς ασφαλτόδρομος οδηγούσε στον επόμενο ανήφορο, στο πέρασμα του Seigne (KM-54, 2516m). Ο Delebarre άνοιγε τη διαφορά του σιγά-σιγά από τον Dawa, φτάνοντας στο πέρασμα σε 6:09 έναντι 6:14 του τελευταίου, με τον Jaquerod να χάνει ακόμα περισσότερο έδαφος (6:40). Η μονομαχία των δύο συνεχίστηκε μέχρι το Courmayeur (KM-72, 1190m), όπου ο Delebarre έφτασε σε 8:17, έχοντας όμως πια πίσω του τον Jaquerod (8:46), αφού ο Dawa είχε μια θλάση στο πόδι του που τον ανάγκασε να ρίξει το ρυθμό (9:10) και τελικά να αναγκαστεί να εγκαταλείψει, στερώντας τον αγώνα από μια σπουδαία παρουσία. Στην 4η θέση πέρασε ο Olmo (9:17) και στην 5η ο Gaylord (9:22). Οι δύο γυναίκες που προπορευόταν στον αγώνα, είχαν αποσπαστεί πια από τις υπόλοιπες και στους κατήφορους πριν το Courmayeur η Hawker (11:32) προσπέρασε την Kayser (11:35) ενώ 3η πέρασε η Mageli Juvenal (11:49). Εδώ οι Έλληνες Βενετικίδης-Ρήγος δεν τα κατάφεραν άσχημα, περνώντας σε αξιοπρεπή χρόνο (12:15) στην 200η περίπου θέση, ενώ ο Νάνης με 13:22 είδε τον αγώνα να σταματάει γι αυτόν εκεί, αποφασίζοντας να μην ρισκάρει περισσότερο, παρά την καλή του επίδοση μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Το Courmayeur αποτελεί τον δεύτερο κομβικό σταθμό αλλά στην πραγματικότητα τον σπουδαιότερο του αγώνα, αφού οι αθλητές δέχονται τις υπηρεσίες φυσιοθεραπευτών και ένα ολόκληρο αθλητικό κέντρο λειτουργεί για τις ανάγκες του UTMB αυτές τις μέρες. Εδώ, πολλοί είναι οι επίδοξοι Ultra-Trailers που αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, μετά από 71 χιλιόμετρα και 4000 μέτρα ανάβασης, νιώθοντας την ικανοποίηση ότι κατάφεραν να ολοκληρώσουν μια σοβαρή δοκιμασία, έστω κι αν αυτή ήταν μισή. Η διαφορά ανάμεσα στους πρώτους και στους τελευταίους σ αυτό το σημείο έφτασε να ξεπεράσει και τις 11 ώρες, καθώς οι πρώτοι έφταναν στο Courmayeur πριν τις 4 τα ξημερώματα ενώ στις 2 το μεσημέρι κατέληγαν εκεί οι τελευταίοι, οι οποίοι φυσικά δεν είχαν και τη δυνατότητα να συνεχίσουν εξαιτίας και των ορίων αποκλεισμού.

Η συνέχεια έμοιαζε εύκολη για τον Delebarre, που μέσα στο σκοτάδι ξαναπήρε τους ανήφορους με βόρεια κατεύθυνση έχοντας συμπληρώσει τον μισό σχεδόν κύκλο του βουνού και του αγώνα. Το πρώτο φως μιας υπέροχης μέρας έκανε τις ανατολικές κορυφές του Mont-Blanc Massif να ξεπροβάλουν μαζί με τους παγετώνες στο λυκαυγές, που με δραματικές αποχρώσεις του κόκκινου έδωσε μια άλλη διάσταση στον αγώνα. Ο Delebarre κρατούσε μια σταθερή διαφορά μισής ώρας από τον Jaquerod μέχρι το μεσημέρι, όταν πέρασε από τον 2ο βασικό σταθμό του αγώνα στο Champex (KM-119). Την 3η θέση κρατούσε σταθερά ο Olmo, μικραίνοντας το άνοιγμα που τον χώριζε από τον Ελβετό. Πιο πίσω τους γινόταν μάχη ανάμεσα στους Gaylord, Guillon, Quinio και Myrtal για κάποια θέση στην 6άδα. Στους κατήφορους του Bovine ο Jaquerod έδειξε ότι έχει μεγάλα αποθέματα και μέχρι την κοιλάδα του Trient (KM-132) έκλεισε την ψαλίδα στα 16 λεπτά, με χρόνο 17:58. Στις γυναίκες, Hawker και Kayser έδωσαν συγκλονιστική μάχη μέχρι τον αυχένα του Ferret (KM-93), με την Βρετανίδα να έχει συνεχώς ένα ισχνό προβάδισμα 1-3 λεπτών. Στη συνέχεια η διαφορά μεταξύ τους άνοιξε υπέρ της Hawker για να αρχίσει να ξανακλείνει μετά το Champex, χάρη στον ελάχιστο χρόνο που ξόδεψε εκεί για ανεφοδιασμό η Kayser. Όσο για τους δύο Έλληνες, αυτοί μετά από μια μεγάλη «κοιλιά» στην απόδοσή τους μέχρι το Col Ferret, ισορρόπησαν και πάλι για να φτάσουν αργά το απόγευμα στο Σταθμό του Champex σε 23:30 ώρες, στη 200η θέση. Κάπου εκεί σταμάτησε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τον αγώνα του ο Dean Karnazes, που άγνωστο γιατί, είχε μια σταδιακή μείωση της απόδοσής του μετά το ΚΜ-80 και στο Champex εγκατέλειψε φτάνοντας στις 22:30 ώρες. Το μόνο που είχε καταφέρει νωρίτερα ήταν να βρεθεί στα όρια της πρώτης 20άδας.

Το μονοπάτι τραβερσάρει τις χαμηλές πλαγιές της κοιλάδας Ferret στο ΚΜ-85. Απέναντι χάνονται στα σύννεφα οι ανατολικές πλαγιές και οι παγετώνες του Mont-Blanc

Στον τελευταίο πια Σταθμό, αυτόν του Argentiere (KM-149), o Jaquerod κατάφερε να πιάσει τον Delebarre και να τον προσπεράσει, μπαίνοντας για πρώτη φορά (και οριστικά) επικεφαλής στον αγώνα. Για τα τελευταία 9 χιλιόμετρα μέχρι τον τερματισμό, ο Ελβετός άνοιξε κατά μερικά ακόμα λεπτά τη διαφορά από τον Γάλλο και έτσι έφτασε θριαμβευτικά στην πλατεία του Chamonix σε 21:11:07, αφήνοντας τους φίλους του Delebarre (Team Quechua) με μισή χαρά για τον συντοπίτη τους, που φέτος δεν τα κατάφερε ξανά, ωστόσο η δεύτερη θέση με 21:25:02 ήταν ένα πολύ χαρμόσυνο γεγονός για τις χιλιάδες των θεατών που είχαν κατακλύσει το κέντρο της πόλης. Ο Christophe Jaquerod (Team Lafuma) πήρε φέτος αυτό που δεν κατάφερε να πάρει το 2004, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει κάτω από την πίεση του συναγωνισμού με τον μεγάλο αντίπαλό του. Παραμένει βέβαια ακατάρριπτο το ρεκόρ του Delebarre από το 2004, με 21:06:18. Ίσως όμως το γεγονός του φετινού UTMB να βρισκόταν τελικά στην 3η θέση και στον απίστευτο Ιταλό δρομέα περιπέτειας, τον Marco Olmo, που στα 56 του πέτυχε όχι μόνο μια εκπληκτική θέση τερματισμού αλλά και μια επίδοση που θα ζήλευαν πρωταθλητές του mountain ultra. To 21:49:57 του Ιταλού αποτελεί την 4η καλύτερη επίδοση όλων των εποχών για τον αγώνα και αποδεικνύει ότι η αξία του Marco ως αθλητή είναι πραγματική, τώρα πια που δοκιμάζεται και εκτός ερήμου (Marathon des Sables και Desert Cup παλιότερα), σε ένα μεγάλο πλήθος άξιων αθλητών. Βέβαια, θα πρέπει να αναφερθεί ένας ακόμα «μεγάλος» σε ηλικία αθλητής, ο 66χρονος (!) Ελβετός Werner Schweizer που τερμάτισε στην 11η θέση (!) της γενικής κατάταξης με 24:50:58. (Ο Schweizer τερμάτισε πέρυσι στην 9η θέση με 25 ώρες και 24 λεπτά). Στην 4η και 5η θέση τερμάτισαν χέρι-χέρι οι Antoine Guillon και Guillaume Millet που μετά από 120 χιλιόμετρα αγώνα, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να τερματίσουν παρέα, δείχνοντας το μεγαλείο της αθλητικής ιδεολογίας. Στην 6η θέση έφτασε τελικά ο Mr North Face, Topher Gaylord (24:13:47) αποδεικνύοντας ότι ένα πετυχημένο στέλεχος (ο Gaylord είναι ο Διευθυντής Ευρώπης της γνωστής εταιρείας, βασικού χορηγού του αγώνα) μπορεί να συνεχίζει να είναι και πετυχημένος αθλητής. Πιο πίσω από την 6η θέση ‘συνωστίστηκαν’ άλλοι 11 αθλητές μέχρι τις 25:30 ώρες, κάτι που πιστώνεται στα θετικά του επιπέδου συμμετοχών (το 2004 μόλις 9 ήταν οι αθλητές που βρίσκονταν σ αυτή την επίδοση).

Στις γυναίκες δεν άλλαξε τίποτα μέχρι το τέλος παρά την προσπάθεια της Kayser να πιάσει την Hawker. Τελικά η Elisabeth Hawker τερμάτισε σε 26:53:51 (24η θέση), αφήνοντας την εκπληκτική 50άρα Simone Kayser στη 2η θέση με 27:13:19 (28η θέση γενικής). Η 3η γυναίκα της κατάταξης βρισκόταν πολύ πίσω για να απειλήσει οποιαδήποτε στιγμή τις δύο μονομάχους. Η Magali Juvenal με 32:22:57 τερμάτισε στην 110η θέση. Και στις γυναίκες το ρεκόρ παρέμεινε ακατάρριπτο (26:08:54 από την Colette Borcard πέρυσι).

Συνολικά 64 αθλητές (έναντι 37 του 2004) πέτυχαν χρόνο κάτω από 30 ώρες, ενώ ο λόγος αυτών που τερμάτισαν με αυτούς που πήραν εκκίνηση, άγγιξε το 40% (το 2004 ήταν μόλις 25%). Συνολικά 773 αθλητές έφτασαν στον τερματισμό από τους 1922 που πήραν εκκίνηση (οι 722 ήταν άνδρες και οι 51 γυναίκες). Όσο αφορά τις εγκαταλείψεις, οι 1740 κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τον κεντρικό Σταθμό του Courmayeur (KM-71), εκεί όμως εγκατέλειψαν οι 470 απ αυτούς (ο 1 στους 4). Σταδιακά και μέχρι τον προτελευταίο σταθμό εγκατέλειψαν ακόμα 500 αθλητές.

Κλείνοντας την αναφορά στον φετινό UTMB θα σταθούμε για λίγο και στην παρουσία των πρώτων Ελλήνων που εμφανίζονται σ αυτό το σπουδαίο αγώνα υπεραντοχής. Οι Δημήτρης Βενετικίδης και Λάζαρος Ρήγος, πραγματοποίησαν μια ανιχνευτική παρουσία, έχοντας όμως και τον μακρινό (όπως αποδείχτηκε) στόχο-κατώφλι των 30 ωρών, καταφέρνοντας τελικά μόνο να τερματίσουν. Ο αγώνας για το δίδυμο «έσβησε» κάπου στο μέσο της διαδρομής, όταν φάνηκε η ελλιπής προετοιμασία του δεύτερου και η φυσιολογική άγνοια και των δύο από έναν αγώνα τέτοιου ύφους (και για τους δύο ήταν η πρώτη εμφάνιση σε αγώνα τέτοιας διάρκειας). Αφού κυνήγησαν να κερδίσουν έδαφος την πρώτη νύχτα, σιγά-σιγά η απόδοσή τους έπεσε και διατήρησαν έναν ρυθμό που θα τους επέτρεπε να φτάσουν μέχρι τον τερματισμό. Μάλιστα μια κακοτυχία τους ανάγκασε να επιβραδύνουν δραματικά προς το τέλος, τερματίζοντας στην 318η και 319η θέση αντίστοιχα, με την μέτρια επίδοση 37:33:22. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τελευταία 26 χιλιόμετρα υποχώρησαν περίπου 120 θέσεις στην κατάταξη! Όσο για τον Παναγιώτη Νάνη, αυτός ακολούθησε ένα ρυθμό που δεν του επέτρεψε να συνεχίσει μετά το κρίσιμο «κατώφλι» του Courmayeur στο 71ο χιλιόμετρο.

Το Α-Ζ μέσα από την εμπειρία των τριών Ελλήνων έζησε από κοντά το κλίμα του UTMB, συμμετέχοντας σε μια μεγάλη αθλητική γιορτή, απ αυτές που οι πεπαιδευμένοι αθλητικά Ευρωπαίοι γνωρίζουν καλά να δημιουργούν. Το UTMB αποτελεί ένα υπόδειγμα αγώνα που στήνεται χάρη στον ενθουσιασμό και στο πάθος μιας ομάδας φίλων από το Chamonix. Μετά το 2003 το UTMB ήρθε σαν μια φρέσκια εκδοχή μιας παλιότερης ιδέας και κατέλαβε τους πάντες γύρω από το Mont-Blanc. Πάνω από 600 άνθρωποι δούλεψαν εθελοντικά για να βγει ο φετινός αγώνας. Άνθρωποι ενθουσιώδεις, εθελοντές που υπέμεναν καρτερικά τις ιδιοτροπίες των ταλαιπωρημένων αθλητών και έσκυψαν πάνω από τα προβλήματά τους, αλλά και που δέχτηκαν τις εγκάρδιες ευχαριστίες τους. Ήταν εντυπωσιακός ο ενθουσιασμός των ανθρώπων στους σταθμούς τροφοδοσίας, αν συνυπολογίσει κανείς -πέρα από το πλήθος που είχαν να εξυπηρετήσουν- και τον ατελείωτο χρόνο που ήταν αναγκασμένοι να παραμείνουν στις θέσεις τους, μέρα αλλά και νύχτα. Και είναι πραγματικά δύσκολο να μπορεί κανείς να ξεπεράσει όλες αυτές τις ατέλειωτες ώρες μέσα στη νύχτα, μοιράζοντας χώρο και χρόνο με εξαντλημένους ανθρώπους που αναζητούν τα τελευταία ίχνη δύναμης για να φτάσουν μέχρι το τέλος. Για τους αργούς αθλητές (επιδόσεις πάνω από 30-32ώρες), η δεύτερη νύχτα πάνω στα δύσκολα σημεία της διαδρομής ήταν μια μεγάλη δοκιμασία, αφού είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από την έλλειψη ύπνου και το σκοτάδι ακόμα και τη βροχή που έπεφτε για πολλές ώρες αλλά και το γλιστερό και λασπώδες τεραίν στα μονοπάτια με κλίσεις, περίπου στο 120-140 χιλιόμετρο.

Δεν μπορούμε να μην σταθούμε και στον ενθουσιασμό των θεατών, οι οποίοι συνειδητά ή παρασυρμένοι απ το γενικό κλίμα, συμμετείχαν ένθερμα στην υποστήριξη όλων των αθλητών που περνούσαν από μπροστά τους, γνωστών ή άγνωστων, πρώτων ή τελευταίων. Μέρα ή νύχτα ήταν εκεί έξω και συμμετείχαν χειροκροτώντας, φωνάζοντας, προκαλώντας ήχους με κουδούνια ή ξύλα.
Οι εντυπώσεις από το ήθος των αθλητών ήταν κι αυτές οι καλύτερες. Αθλητές που ακολουθούσαν υπομονετικά τις μικρές ουρές που σχηματίζονταν στα πρώτα στάδια του αγώνα, όταν δεν είχαν ανοιχτεί ακόμα διαφορές και προσπερνούσαν με διακριτικότητα και σεμνότητα όταν είχαν γρηγορότερο ρυθμό από τους αντιπάλους τους ή έκαναν στην άκρη για να παραχωρήσουν τη σειρά τους σε αντίθετη περίπτωση. Αντιμετώπιζαν με ευγένεια τους εθελοντές της υποστήριξης και δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις πιθανόν ελλιπείς κάποιες φορές υπηρεσίες που τους προσφέρονταν στους σταθμούς.

Η τροφοδοσία ήταν ικανοποιητική σε μεγάλο βαθμό, προσφέροντας όλα σχεδόν τα απαιτούμενα στοιχεία για τους αθλητές. Έλειπαν όμως τα ισοτονικά υγρά (σε αρκετές περιπτώσεις), όπως και τα gel υδατανθράκων, ενώ προσφέρονταν τροφές που είναι κατάλληλες περισσότερο για πεζοπόρους, που αποτελεί και την πραγματικότητα για το μεγαλύτερο μέρος των αθλητών, έτσι όπως εξελίσσεται ο αγώνας (ο καθαρός μέσος όρος ταχύτητας κίνησης των μέτριων αθλητών είναι περίπου 4-5km/h). Δεν προσφέρονται βιταμίνες ή μέταλλα και ιχνοστοιχεία, κάτι που ο κάθε αθλητής πρέπει να έχει προβλέψει εκ των προτέρων, φορτώνοντας το σακίδιό του ανάλογα. Σε γενικές γραμμές, οι αθλητές δεν χρειαζόταν να μεταφέρουν ιδιαίτερες ποσότητες τροφής, παρά μόνο κάποιες ενεργειακές σοκολάτες και συμπληρώματα (βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία).

Τέλος, θα πρέπει να σταθούμε στο χαμηλό προφίλ που κρατά η διοργάνωση, παρά το μέγεθός της. Αυτό διαπιστώθηκε και σε επίπεδο τελετουργικού αλλά και παράλληλων εκδηλώσεων. Ελάχιστα events έγιναν παράλληλα με τον αγώνα και είχαν κυρίως μουσικό χαρακτήρα (συναυλίες με μικρές μπάντες). Στην τελετή απονομών το Α-Ζ δεν κατάφερε να παραστεί, όμως από το πρόγραμμα δεν είχαν προαναγγελθεί ιδιαίτερες εκδηλώσεις και φυσικά, το πιο σημαντικό? Οι νικητές δεν πήραν χρηματικά έπαθλα, παρά μόνο μικρά δώρα από τους χορηγούς. Σε όλους όσους τερμάτισαν, δόθηκε από ένα σακίδιο, χωρίς να δοθεί ούτε μετάλλιο ούτε δίπλωμα.

- Επισκεφθείτε το site του αγώνα

- Δείτε τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα του 2005

- Διαβάστε τη συνέντευξη του M. Poletti, διευθυντή του αγώνα, στο Α-Ζ

 

Λάζαρος Ρήγος

Γεννήθηκε στην Τήνο το 1961 και ζει στο Λιτόχωρο του Ολύμπου από το 2008. Ίδρυσε το Adventure Zone το 2001, μετά από σκέψεις για δημιουργία ενός ελληνικού portal για τα σπορ περιπέτειας. Δημιούργησε αγώνες ορεινού τρεξίματος, όπως Olympus Marathon (2004), Virgin Forest Trail (2007), Χειμωνιάτικος Ενιπέας (2006), Rodopi Ultra Trail (2009), Olympus Mythical Trail (2012). Στο ενεργητικό του αρκετές συμμετοχές σε αγώνες, όπως και μικρές αποστολές ultra διασχίσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό

www.advendure.com

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Latest Tweets

70 χρόνια ΕΕΠΦ - η μνήμη της ελληνικής φύσης – 11/4/2021: https://t.co/YNv3ZZGciT https://t.co/EZnqYeJyzY
@RunMessinia : Στις 5-14 Ιουνίου 2021 - 10 συνολικά μαραθώνιοι σε 10 ημέρες για την ελευθερία:… https://t.co/uK4jSLVgPW
Φαράγγι Ριντόμου, Χαλασμένο, Λαγκάδα ... Ο Γιώργος Μάλαμας μας αποκαλύπτει την άγρια ομορφιά της Μεσσηνιακής Γης:… https://t.co/9KKq7ni5kj
Follow Advendure on Twitter

Post Gallery

70 χρόνια ΕΕΠΦ - η μνήμη της ελληνικής φύσης – 11/4/2021!

Run Messinia: Στις 5-14 Ιουνίου 2021 - 10 συνολικά μαραθώνιοι σε 10 ημέρες για την ελευθερία!

Φαράγγι Ριντόμου, Χαλασμένο, Λαγκάδα ... Ο Γιώργος Μάλαμας μας αποκαλύπτει την άγρια ομορφιά της Μεσσηνιακής Γης!

Mike Horn: Η περιπέτεια και η εξερεύνηση "κυλούν" στο αίμα του!

Ξεκινούν και πάλι από 19 Απριλίου οι αγώνες Ορεινού Τρεξίματος, αλλά με απρόβλεπτες εξελίξεις (Πρωταπριλιάτικο)!

Dick Dorworth: Τελευταία φορά επικεφαλής!

Ορειβατική αποστολή στις Άνδεις, στο εξωτικό Εκουαδόρ (Ισημερινός)!

Barkley Marathons 2021: και πάλι έφαγε τα παιδιά του!!!

Αντώνης Συκάρης: Η πρώτη, ελληνική αποστολή στο βουνό Anapurna (8.091 μ.)!

Κάντε τη νύχτα μέρα στο ποδήλατο με τον NITECORE BR35 !

Τρέξιμο και Οστικοί Τραυματισμοί!

Ζώνη τρεξίματος & soft flask NITECORE !