Ο Δρόμος προς το Σπάρταθλον (κεφ.15 – Τόλμησα και Ονειρεύτηκα)! Κύριο

By 07 Οκτ 2014

Πέρασαν ήδη δέκα μέρες από το τριήμερο του Σπαρτάθλου και εγώ παρότι έχω επιστρέψει στης συνήθεις καθημερινές μου δραστηριότητες (πλην του τρεξίματος) ακόμα ονειρεύομαι πως είμαι εκεί. Κλείνω το βράδυ τα μάτια μου και βρίσκομαι μεταξύ σταθμών, βλέπω πινακίδες για το κλείσιμο, βλέπω ότι κοντεύω και ότι δεν φτάνω, αλλά όλες οι εικόνες που μου επιφυλάσσει ο Μορφέας έχουν ακόμα να κάνουν με το Σπάρταθλο. Όπως μου συμβαίνει πάντα δηλαδή μετά από έναν μεγάλο και έντονο αγώνα, αλλά αυτή τη φορά είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρος ο Μορφέας.


Μπορεί να μην είχαμε το “happy end” που θα ήταν το τέλειο κλείσιμο της αρθρογραφίας αυτής και μιας πετυχημένης κατά τα άλλα προπονητικής προετοιμασίας, αλλά είχαμε το “next to best happy end”… δηλαδή ένα πολύ καλό αποτέλεσμα μέχρι το 187 χλμ, εμένα ευτυχισμένη και γεμάτη όνειρα και σχέδια για το μέλλον. Άλλωστε δεν έχουν όλα στη ζωή happy end, έτσι δεν είναι; Ίσως να είναι και πιο ρεαλιστικό και αντιπροσωπευτικό των ημερών που διανύουμε το αποτέλεσμα.

Ο αγώνας… ότι πιο δύσκολο έχω δοκιμάσει. Και όχι μόνο ο αγώνας μέχρι εκεί που τον έζησα. ¨Ήδη όταν έφτασα στην Κόρινθο, ήταν τέτοια η πίεση από τον χρόνο που φτάνοντας είπα πως ήταν ότι πιο δύσκολο έχω κάνει σε αγώνα. Αυτόν τον συνεχόμενο δρομικό ρυθμό, να σε κυνηγάνε οι σταθμοί διαρκώς  και οι ανηφοροκατηφόρες που δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα να κρατήσεις έναν σταθερό ρυθμό και να υπολογίσεις τι ώρα θα φτάσεις στην πολυπόθητη Κόρινθο. Θυμάμαι πριν τους Αγίους Θεοδώρους μια γυναίκα τρίτης ηλικίας χαμηλά στα βράχια μέσα στην απόλυτη ηρεμία να ψαρεύει, κι εγώ με έναν πόνο στο αριστερό ισχίο από την ανισόπεδη άσφαλτο να σκέφτομαι «τι τα θέλω αυτά τα μεγάλα» για άλλη μια φορά.

Ο καιρός δεν με απασχόλησε καθόλου στη διαδρομή, καθώς όταν έχεις μάθει να τρέχεις χειμώνα- καλοκαίρι στα βουνά και στα δάση και έχεις ζήσει όλες τις ακραίες καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια αγώνων, ακόμα και με κίνδυνο την ασφάλειά σου, τίποτα δεν μου φαίνεται δύσκολο. Έτσι ούτε η βροχή με ενόχλησε, ούτε η ζέστη, η υγρασία κι ο αέρας. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι της φύσης που αποφασίζει τη συγκεκριμένη στιγμή να κάνει τους αγώνες μας πιο ενδιαφέροντες.

 



Η άφιξη στην Κόρινθο (9h 11min) πρόσφερε και μια ανακούφιση, είχε φύγει  το πρώτο δύσκολο κομμάτι, αλλά η απειρία μου με έπιασε αδιάβαστη στο θέμα του χρόνου. Έπρεπε να φεύγω όσο πιο γρήγορα γίνεται από τους σταθμούς, και μάλιστα πολύ  πριν κλείσουν αυτοί. 74 checkpoints = 74 χρονικά κοψίματα. Ήμουν απροετοίμαστη γι αυτή την σημαντική λεπτομέρεια. Έτσι φτάνοντας σε κάθε σταθμό όταν μου έλεγαν «είσαι τόσα λεπτά μπροστά, έχασες τόσα λεπτά στον προηγούμενο» κλπ ήταν μια διαρκής πίεση πάνω από τα κεφάλι μου που δεν μου επέτρεπε στο τρέξιμο τουλάχιστον στιγμή να χαλαρώσω. Αλλά οκ, το ξεπεράσαμε αυτό, μυϊκά και ενεργειακά ήμουν πολύ καλά, έτρεχα συνέχεια, δυναμικό βάδισμα στις ανηφόρες με συμβουλή του Γιώργου Κρυστάλλη που αποδείχθηκε ολόσωστη, και δίχως να το καταλάβω έφτασα στη Νεμέα με καλή διάθεση και μόνο με δυο φουσκάλες που έχρηζαν φροντίδα.

Τελείωσε και ο σκόπελος της Νεμέας και από εκεί έτρεχα προς κομμάτια της διαδρομής που λόγω της νύχτας δεν θυμόμουν πολύ καλά από πέρσι. Μπαίνοντας όμως στις χωμάτινες ανηφόρες, άρχισα να έχω ενοχλήσεις στο στομάχι μου, μια διαρκής ναυτία, είχα και μια Γιαπωνέζα αθλήτρια πίσω μου με φακό χειρός, που όλο δεξιά αριστερά με ζάλιζε με το φως της, και χωρίς να το καταλάβω σταμάτησα να τρώω και περιόρισα τα υγρά για να ελέγξω το αίσθημα της ναυτίας. Με την πίεση να φτάνω στους σταθμούς πριν το κλείσιμό τους  σε άνετο χρόνο,  δεν κατάλαβα όλο το βράδυ πως πέρασαν οι ώρες κι εγώ δεν έτρωγα. Στους σταθμούς όπου επιτρεπόταν η βοήθεια από τους συνοδούς μου, αρνιόμουν ότι στέρεο και μόνο φρουτόκρεμα μπόρεσα να φάω, αλλά με 50 θερμίδες που πας βρε Άντζυ;;;!!! Μου έδιναν ψωμί, έβαζα μια μπουκιά στο στόμα και μόλις έφευγα από τον σταθμό την έφτυνα στην άκρη του δρόμου γιατί δεν κατέβαινε. Η ναυτία μου ήταν πιο έντονη από το αίσθημα του ενεργειακού αδειάσματος.

 



Παρόλα αυτά, στις ανηφόρες και φουρκέτες στο Καπαρέλλι  ήμουν σχετικά καλά, με δυναμικό βάδισμα και χαλαρό τρέξιμο στις ευθείες κατάφερα και έφτασα στη βάση του βουνού έξι λεπτά πριν το κλείσιμο. Αλλά μυϊκά διαλυμένη και συνειδητοποιημένη πως φέτος δεν θα τερμάτιζα. Δεν ήθελα να μπω στο βουνό, το θεωρούσα δεδομένο πως δεν θα προλάβαινα το χρονικό όριο της Νεστάνης. Η Βίκυ με πίεσε να μπω, κι ότι γίνει. «Για να το δεις φωτισμένο όπως δεν ήταν στα χρόνια που έτρεχα εγώ, να μου το περιγράψεις μετά… μη χάνεις την ευκαιρία». Κι εκεί άρχισε το κομμάτι της απελπισίας. Μπήκα τελευταία στο βουνό, σίγουρη πως θα εγκαταλείψω στην κορυφή, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσα να πω στην Βίκυ κυρίως ότι προσπάθησα. Ήμουν προετοιμασμένη να έχω ανηφόρα αλλά γι αυτό που αντίκρισα δεν είχα ιδέα τι με περίμενε. Να βλέπω σε κάθετη ευθεία σχεδόν τους φακούς των προπορευόμενων και να σκέφτομαι «αποκλείεται εγώ να φτάσω».  Μετά από 100 μ να κοιτάζω μπροστά, να κοιτάζω πίσω, και να σκέφτομαι «μήπως να γυρίσω πίσω»;

Έβαλα το κεφάλι κάτω, σκόνταφτα συνεχώς από την πολύ πέτρα, έβαζα τα χέρια για να μην χάσω την ισορροπία μου. Ένιωσα απελπισμένη και αξιολύπητη. Κάπου εκεί όμως θυμήθηκα τον Όλυμπο, σκέφτηκα «δεν μπορεί να ανέβηκες δυο φορές  στο Olympus Mythical Trail 6 ώρες συνεχόμενης ανηφόρας από μηδέν υψόμετρο στα 2.900 μ»….πείσμωσα και πήγαινα βήμα βήμα. Σε δυο σημεία με ακολούθησε εθελοντής και με καθοδηγούσε με τον φακό του… τώρα μάλλον σκέφτομαι πόσο χάλια πρέπει να ήμουν, μάλλον για την ασφάλειά μου το έκανε γιατί έχανα την ισορροπία μου συνέχεια. Θυμάμαι να του ζητώ συγνώμη που τον καθυστερώ και να ανεβαίνω αμίλητη τον Αρτεμίσιο Γολγοθά.

Κι όμως έφτασα κορυφή. .. και έτρεξα στης κατηφόρες προσεκτικά γιατί γλιστρούσε το χαλίκι…. κι όσο έβλεπα το χωριό Σάγκα από κάτω σκεφτόμουν θα φτάσω Νεστάνη κι ας είμαι εκτός ορίου. Να προσφέρω τη χαρά της άφιξής μου στη Βίκυ και τον Κώστα και σε όλους τους φίλους που ήξερα ότι παρακολουθούσαν και περίμεναν. Άφιξη στη Νεστάνη 7:22 πμ. Με βρεγμένα από την υγρασία και προσπάθεια ρούχα. Ήξερα ότι ο αγώνας μου είχε τελειώσει. Αλλά το support είχε άλλα σχέδια.

 



Μου έλεγε συνέχεια πάμε μέχρι τον επόμενο σταθμό. Ο ρυθμός που έπρεπε να κρατάω για να φτάνω σε κάθε επόμενο σταθμό ήταν εξωπραγματικός για την κατάσταση που ήμουν. Άδεια τελείως από ενέργεια, οι μυς στα πόδια τόσο σφιγμένοι, τα χέρια και δάχτυλά μου τουμπανιασμένα από την υπονατριαιμία… δεν κουνούσαν οι ώμοι για να σπρώξω λίγο το σώμα, δεν σηκωνόταν λιγάκι το γόνατο για να μεγαλώσω λίγο τον διασκελισμό μου.

Θυμάμαι στον σταθμό στο 186ο χλμ στο Ζευγολατιό,  να κλαίω και να λέω «αφήστε με να σταματήσω», δείχνοντας τα χέρια μου να λέω «δεν βλέπετε πως έχω γίνει, δεν είμαι εγώ αυτή»… και με παρότρυναν να φτάσω μέχρι τον επόμενο. Εκεί ακύρωσα τελείως τον εαυτό μου, ήξερα πόσο αξιολύπητη ήταν η εικόνα μου, ήξερα ότι αυτή η εικόνα δεν ήμουν εγώ αλλά για να το λένε αυτοί,  πρέπει να προσπαθήσω. Έμαθα μέσα από αυτούς τους μεγάλους αγώνες πως πρέπει να εμπιστεύεσαι την ομάδα υποστήριξής σου. Εκεί που εσύ δεν κρίνεις  σωστά υπάρχουν αυτοί για σένα. Αν δεν ήταν αυτοί θα είχα σταματήσει στο 172ο χλμ στην Νεστάνη. Χάρη σ’ αυτούς όμως πρόσθεσα άλλα 15χλμ και σταμάτησα επιτέλους στο 187ο χλμ.

Αφού έχω φύγει από τον  σταθμό, μετά από λίγα λεπτά που μου φάνηκαν ώρες, ήρθαν δίπλα μου και μου λέει η Βίκυ «Άντζυ κορίτσι μου νομίζω πως μπορείς τώρα να σταματήσεις, έκανες τον αγώνα σου. Είμαι πολύ περήφανη, κοίτα που έφτασες φέτος πρώτη φορά!». Ένιωσα λύτρωση. Κλαίγαμε όλοι, αλλά ήταν δάκρυα με χαμόγελο, από χαρά, από ικανοποίηση, από συγκίνηση. Μπήκα στο περιπολικό που με πήγε μέχρι τον επόμενο σταθμό. Εκεί ξάπλωσα, σκεπάστηκα, ήταν το μόνο που ήθελα να κάνω… να ξαπλώσω και να σταματήσω να νιώθω τόσο χάλια σωματικά. Ένας θεατής μου έδωσε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο… πώς να νιώσω στεναχώρια που σταμάτησα όταν ένιωθα μέσα μου τόσο καλά; Κι όμως… ούτε απογοήτευση ένιωσα, ούτε στεναχώρια. Δεν πήγε καμία προετοιμασία χαμένη, έζησα εμπειρίες τόσο δυνατές και μοναδικές που ακόμα κι αν ήξερα το αποτέλεσμα εξαρχής θα έκανα το ίδιο ακριβώς, με την ίδια αφοσίωση και την ίδια λαχτάρα.

 



Πολλοί με ρώτησαν αν πιστεύω πως όλη αυτή η δημόσια έκθεση με επηρέασε και με άγχωσε. Καθόλου… έχω μάθει και από τη δουλειά μου να απομονώνω τα συναισθήματα και να μην τα αφήνω να παρεμβάλλουν σε ότι κάνω. Πώς να με επιβάρυνε όταν έξω από τα Χαλυβουργεία ένας νεαρός υπάλληλος με περίμενε στη μέση του δρόμου να μου ευχηθεί καλό δρόμο γιατί με είχε γνωρίσει μέσα από τα άρθρα μου; Πως όταν φίλοι ήρθαν από την Αθήνα και ξενύχτησαν μαζί μου όλη νύχτα; Πως όταν στους τελευταίους σταθμούς ένας γλυκύτατος νεαρός εθελοντής που με «διάβαζε» έτρεξε να μου φτιάξει καφέ για να ξυπνήσω; Όταν ο Διονύσης, η Τάση και ο Σωτήρης μου λένε «πήγες πάρα πολύ καλά για πρώτη φορά» όταν τους δίνω με σιγουριά το νούμερό μου;

Όταν γύρισα στην  Αθήνα,  για μέρες- και σήμερα ακόμα-  λαμβάνω μηνύματα ευχαριστήρια για το μοίρασμα που έκανα. Από ανθρώπους που δεν με βλέπουν στην καθημερινότητα και από ανθρώπους που ζουν χιλιόμετρα μακριά μου. Αυτό ήθελα μέσα από όλη την αρθρογραφία. Να αγγίξω μερικές ευαίσθητες χορδές, να μοιραστώ και να εμπνεύσω  ανθρώπους. Κι εγώ με τη σειρά μου τους ευχαριστώ όλους που με ενέπνευσαν εμένα μέσα από τα λόγια τους να συνεχίσω όταν ήμουν στα χαμηλά μου και να προχωράω όταν ένιωθα να κολλάω. Όταν θέλουμε κάτι πάρα πολύ και δουλέψουμε σκληρά γι αυτό, μπορούμε να το πετύχουμε. Το μοίρασμα ήταν αμφίδρομο για όλους πιστεύω. Ένιωσα μέσα απ’ όλο αυτό να έκαναν οι ανθρώπινες σχέσεις ένα βήμα παραπέρα… κι ας μη γελιόμαστε,  στην εποχή που ζούμε οι ανθρώπινες σχέσεις είναι που δοκιμάζονται περισσότερο.

Θυμάμαι στα πρώτα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα που σκέφτηκα «τρέχω Σπάρταθλο» και ένιωθα ευτυχία. Μια στιγμή ευτυχίας. Είχα παλέψει. Ξεκίνησα από το μηδέν δρομικά πριν μερικά χρόνια και έτρεχα Σπάρταθλο. Τόλμησα και ονειρεύτηκα. Μπορεί να μην τερμάτισα αλλά αυτό που έζησα ήταν ένα όνειρο. Έμαθα, απέκτησα γνώση για την επόμενη φορά και φυσικά και θα ξανατολμήσω να δοκιμάσω τα όριά μου. Δεν ήταν φέτος η ώρα να τερματίσω, ήμουν πολύ «μικρή» ακόμα. Όπως είπε πολύ σοφά μια καλή μου φίλη, να τερμάτιζε η Άντζυ και όχι η σκιά αυτής.

 



Στην εκκίνηση ένιωθα πολύ outsider στο Σπάρταθλο. Οι άνθρωποι που με ζουν καθημερινά το είδαν στο πρόσωπό μου. Μπήκα με φόβο μου λένε τώρα. Κι έτσι είναι, έτσι ένιωθα. Έμπαινα σε έναν χώρο λιγάκι «άβατο» για καινούργιους. Ήμουν μια καινούργια ανάμεσα σε πολλούς παλιούς. Αλλά όλοι αυτοί με αγκάλιασαν, με συμβούλευσαν ο καθένας βάσει της δικής του φιλοσοφίας και εμπειρίας.  Και τους ευχαριστώ πραγματικά για αυτή την προσφορά τους. Αυτά που έζησα δεν είναι εύκολο να τα μεταφέρω με λόγια. Κρατάω τα συναισθήματα και πορεύομαι τόσο στο δρομικό μου μέλλον, όσο και στη συνέχεια αυτής της υπέροχης καθημερινότητας που στο χέρι μας είναι να την εκτιμούμε και να την εμπλουτίζουμε όσο μπορούμε.

Ο αγώνας είναι νομίζω ο πιο σκληρός που υπάρχει στη χώρα μας. Αλλά οι άνθρωποί του καθόλου σκληροί. Η διοργάνωση, οι εθελοντές δοτικοί και ευαίσθητοι για όλους τους αθλητές. Τους ευχαριστώ όλους τον καθένα για το κομματάκι που πρόσφερε στη δική μου εμπειρία. Όσους κράτησαν τους σταθμούς, τους φυσιοθεραπευτές που ήταν σε κρίσιμα σημεία ακούραστοι να τρίβουν, όλους όσους ήταν στα παρασκήνια, οι «αόρατοι» άνθρωποι αυτής της πολύπλοκης διοργάνωσης.

 



Νομίζω πως μόνο όταν ζεις από μέσα τον αγώνα αυτόν, μπορείς να δεις πραγματικά τι εστί Σπάρταθλον. Νιώθω σεβασμό για κάθε Έλληνα και Ελληνίδα που έχει τερματίσει. Εκεί μέσα, σ’ αυτά τα 245 χλμ αλλάζουν πολλά. Δίνει ο καθένας τη μάχη του, πέφτει και ξανασηκώνεται πολλές φορές και συνήθως αυτό είναι μπροστά στα μάτια του συναθλητή του. Προάγονται οι σχέσεις, κάθε έλληνας αγωνιά και θέλει να τερματίσει ο διπλανός του. Αναφέρομαι στους έλληνες μόνο, γιατί με αυτούς μοιράστηκα κάποια κομμάτια της διαδρομής και επομένως σ’ αυτούς μπορώ μόνο να αναφερθώ. Χαίρονται με τον τερματισμό κάποιου, λυπούνται με την εγκατάλειψή του. Όσο απάνθρωπες είναι οι συνθήκες του αγώνα, τόσο ανθρώπινος είναι από μέσα για τους αθλητές.

Δεν γίνεται να μην αναφερθώ σε κάποιους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα μου όλο αυτό το διάστημα. Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά. Καταρχάς στο Advendure, τον Δημήτρη Τρουπή και τον Τάκη Τσογκαράκη που πίστεψαν σε μένα και μου διέθεσαν μια ολόκληρη στήλη στην ιστοσελίδα τους. Χάριν σε αυτούς και έδωσα αλλά και πήρα πολλά. Στην ακούραστη Βίκυ Καρπούζα που πίστεψε από την αρχή σε μένα, με στήριξε, θυσίασε δικές της ώρες προπόνησης και ξεκούρασης για να είναι δίπλα μου. Στον προπονητή μου Δημήτρη Κασίμη που επίσης με τον σιωπηλό του τρόπο πίστεψε και με έφτασε δυνατή στην εκκίνηση και με την προθυμία να ολοκληρώσουμε του χρόνου το υπόλοιπο που αφήσαμε. Στον Κώστα Κουρτέλη, τον «μούτσο» της ομάδας υποστήριξης, που ακόμα δεν έχει συνέλθει από το μεγαλείο αυτού που έζησε για πρώτη φορά παρακολουθώντας σαν υποστήριξη έναν αγώνα υπεραπόστασης. Στους φίλους της καθημερινότητάς μου, οι αφανείς μου ήρωες που ο καθένας με τον τρόπο του με ενέπνευσε να συνεχίζω τα χιλιόμετρά μου. Σε όλους εσάς που με διαβάζατε και με την ανατροφοδότησή σας με εμπνέατε να γράφω.

 



Τέλος, δεν μπορώ να ξεχάσω όλους τους ανθρώπους που στήριξαν οικονομικά και υλικά την προσπάθειά μου. Τον Κώστα Λάμπρου της Inov-8, τον Λεονάρδο Γουλανδρή της New Life, τον Γιώργο Θεοδωρακόπουλο από τα «Βραζιλιάνος Καφεκοπτεία», τους αδερφούς Καγιόπουλοι της «Solo Bars», τον Γιώργο Βαβρίτσα της «Perfomance Stores» και τον  Γρηγόρη Παπανικολάου των «X-treme Stores» Κοζάνης.  Πολύτιμη η στήριξή όλων τους, γιατί όλοι  γνωρίζουμε τι έξοδα έχει η προετοιμασία ενός τέτοιου αγώνα.

Αυτό το τελευταίο άρθρο ελπίζω να ήταν αντάξιο των προσδοκιών όλων όσων το περίμεναν. Τελειώνει η σειρά «ο Δρόμος προς το Σπάρταθλον» αλλά σίγουρα δεν τελειώνουν οι δρόμοι μας. Όσο έχουμε υγεία, θέληση και όνειρα… θα πορευόμαστε μόνο μπροστά…. όλοι οι «Δρόμοι» είναι ανοιχτοί…

Άντζυ Τερζή


[Σημείωση Advendure]: Πριν από περίπου ένα χρόνο, στις 19 Σεπτεμβρίου του 2013, ξεκινήσαμε μαζί με την – πάνω απ’ όλα φίλη μας – Άντζυ, αυτό το μεγάλο ταξίδι αποτύπωσης των συναισθημάτων μιας προετοιμασίας για το Σπάρταθλον. Δεν είχε ποτέ κάποιος επιχειρήσει κάτι παρόμοιο, και σίγουρα ήταν κάτι που απαιτούσε ξεχωριστό θάρρος από την Άντζυ. Έδειξε με περίτρανο τρόπο ότι και το θάρρος είχε, και την ικανότητα να μας οδηγήσει στο περίπλοκο συναισθηματικό κομμάτι μιας δύσκολης προετοιμασίας. Στο πρώτο εκείνο άρθρο είχε γράψει ότι: “Σκέφτηκα πως τελικά στο project αυτό δεν έχει και τόση σημασία αν θα καταφέρω να τερματίσω ή όχι, γιατί τα βιώματά μου θα έχουν μείνει στο χαρτί το ίδιο σχεδόν δυνατά που θα έχουν γράψει και μέσα μου”. Και αυτό έγινε πραγματικότητα, με εντυπωσιακή μάλιστα αποδοχή από την μεριά σας αφού κάθε άρθρο είχε χιλιάδες αναγνώσεις. Και θα έχει χιλιάδες ακόμη, αφού θα “ταξιδεύει στον χρόνο” βοηθώντας αθλητές να διαχειριστούν την ψυχή τους στον δικό τους δρόμο για το Σπάρταθλο αλλά και για κάθε μεγάλο αγώνα υπεραπόστασης. Η Άντζυ δεν κατάφερε να τερματίσει το Σπάρταθλον. Λίγη σημασία έχει τελικά αυτό, μιας και ο τρόπος που όπως είδατε - διαβάζοντας το τελευταίο άρθρο της σειράς - το αντιμετώπισε ουσιαστικά της άνοιξε ένα παράθυρο στο μέλλον. “Τόλμησε και ονειρεύτηκε” και αυτό αποτελεί τον θεμελιώδη λίθο που οδηγεί στην τελική επιτυχία που είμαστε σίγουροι πως θα έρθει σύντομα. Σαν Δημήτρης και Τάκης, την ευχαριστούμε ολόψυχα για την εμπιστοσύνη που μας έδειξε για την πραγμάτωση αυτής της ιδέας και της ευχόμαστε να συνεχίσει να εμπνέει με τον χαρακτήρα της και την καρδιά της.