O Δρόμος προς το Σπάρταθλο (κεφ. 12 - Ολύμπιος Δρόμος 2014) Κύριο

By 23 Μάι 2014

«Δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχουν αντίπαλοι. Ο χρόνος θα έρθει από μόνος του, οι αντίπαλοι γίνονται μετά τον τερματισμό. Τρέχουμε έξυπνα.» Με αυτά τα λόγια έκλεισα το τηλέφωνο με τον προπονητή μου τον Δημήτρη Κασίμη δυο μέρες πριν τον αγώνα. Για δυο μέρες έπαιζαν οι κουβέντες αυτές στο μυαλό μου καθώς εγώ σχεδίαζα την τακτική που θα ακολουθούσα στον αγώνα. Θα έτρεχα έξυπνα. Έχω ένα καλό, ότι διαδρομή κι αν τρέξω, λόγω της φωτογραφικής μου μνήμης θυμάμαι το κάθε σημείο την επόμενη φορά που θα την ξανατρέξω. Και έχοντας  τρέξει τον αγώνα το 2012 θυμόμουν καλά τη διαδρομή, είχα υπολογίσει που θα μπορούσα να μαζέψω το χρόνο μου. Είχα μια κρυφή επιθυμία να κατεβάσω τον προηγούμενο χρόνο μου κατά δυο ώρες. Ήξερα πως ήταν πολύ, αλλά τα νούμερα στα χαρτιά που είχαμε με τη Βίκυ έδειχναν πως δεν ήταν αδύνατον.


Με το πορτ μπαγκάζ γεμάτο και τους δυο υποστηρικτές μου τη Βίκυ και τον Δημήτρη Τρουπή έτοιμοι για όλα, βρεθήκαμε στην εκκίνηση. Ο Ολύμπιος είναι για εμένα ένας από τους ομορφότερους αγώνες της χώρας μας. Περνάει από ιστορικά σημεία, όμορφα μέρη, η διοργάνωση είναι σοβαρή και υψηλού επιπέδου χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες και διαφημίσεις. Είναι ένας αγώνας που προσελκύει έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό ξένων αθλητών ακριβώς για τους λόγους αυτούς. Και βλέποντας από τα μπλουζάκια των υπολοίπων αθλητών τους άλλους αγώνες που έχουν τρέξει όπως το Western States 100 miler, το Badwater στην κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, το Σπάρταθλον, μεμιάς καταλαβαίνει κανείς πως ο αγώνας έχει πολύ καλή φήμη στο εξωτερικό.

Η τελετή έναρξης στο αρχαίο Στάδιο της Νεμέας μας βρήκε ανυπόμονους να ξεκινήσει ο αγώνας και να βρεθούμε στη διαδρομή που τόσο περίμενα εδώ και πολύ καιρό. Και έχει σημασία νομίζω να διψάς πραγματικά για έναν συγκεκριμένο αγώνα. Ο καιρός ήταν περίεργος, μία ήλιο μία σύννεφα, και  δεν μπορούσες να καταλάβεις τι ακριβώς να φορέσεις για  αρχή.

 



Δόθηκε η εκκίνηση και φύγαμε για τα 180 δύσκολα χιλιόμετρα. Δεν κρύβω πως όταν είδα πόσες γυναικείες συμμετοχές είχε ξένες και ελληνίδες, μεμιάς ξέχασα τις θέσεις του βάθρου και συγκεντρώθηκα στον προσωπικό μου χρόνο. Είχε δίκιο ο Δημήτρης, έπρεπε να είναι ένας αγώνας  στα δικά μου μέτρα. Άλλωστε θα ήταν ένα καλό τεστ για το Σπάρταθλο. Ένα τεστ χιλιομέτρων, αντοχής στην ανηφόρα, της δρομικότητας και της τροφοδοσίας. Στο μυαλό μου είχα το πλάνο να φτάσω στο βουνό ξεκούραστη. Την κρυφή μου επιθυμία για τις δύο ώρες κάτω δεν τις είχα μοιραστεί με το support μου, τους είχα πει για μία ώρα για να μην τρομάξουν και νομίσουν πως θα ξεκινήσω βιαστικά.

Ξεκίνησα αργά, στη χαμηλή μου ζώνη σαν να ξεκινούσα μια μεγάλη προπόνηση. Δεν μιλούσα με κανένα για αρκετά χιλιόμετρα, προσπαθούσα να αφουγκραστώ το μέρος, να προσαρμοστώ στο κλίμα και  να μπω στη δική μου ροή τρεξιματικών σκέψεων. Δεν είναι εύκολο να βλέπεις να σε περνούν όλες στην αρχή. Είναι λίγο ρίσκο να μένεις πίσω, φοβάσαι μήπως μεγαλώσει πολύ η απόσταση και δεν μπορέσεις να την καλύψεις αργότερα. Αλλά είχα εμπιστοσύνη στο πλάνο μας.  Στις πρώτες ανηφόρες συνέχισα να τρέχω και στην προτροπή φίλου που είχε έρθει ως θεατής να συγκρατηθώ σκέφτηκα «μα έχω τρέξει ανηφόρες σε πιο γρήγορο ρυθμό».  Οι ανάσες μου δεν ακούγονταν κι έτσι εμπιστεύτηκα το ρυθμό μου. Μπήκαμε στο πρώτο βουνίσιο κομμάτι, όπου έτρεχα όλη την ανηφόρα και θυμήθηκα κάτι νυχτερινά που είχαμε κάνει με την Βίκυ στην Πάρνηθα και συγκεκριμένα μια διαδρομή που είναι 5χλμ συνεχόμενη ανηφόρα προς τις  κεραίες. Φαντάστηκα πως ήμουν εκεί… θυμόμουν  πρόπερσι που περπατούσα στα κομμάτια αυτά και ένιωθα αυτοπεποίθηση. Σ’ αυτή την ανηφόρα πέρασα όλες τις ξένες αθλήτριες, οι οποίες μόλις πιάσαμε την κατηφόρα με πέρασαν με μεγάλη ταχύτητα. Θυμήθηκα τα λόγια του Δημήτρη, να προσέχω τις πλειομετρικές για να μην κουράσω τους μυς μου στην κατηφόρα. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να παρασυρθώ, ας με περνούσαν, είχαμε πολύ δρόμο ακόμα. Είχα πείσει τον εαυτό μου πως θα τρέξω τον αγώνα στον ολόδικο μου ρυθμό.

 


Ο καιρός είχε μια κρύο μία ζέστη και εγώ μια να φοράω και μια να βγάζω το αντιανεμικό. Στη Σκοτεινή με συμβουλή του Γιώργου Βλάχου φόρεσα πιο μακρύ κολάν, είχε ψυχράνει ο αέρας και θα βγαίναμε σε εκτεθειμένο κομμάτι. Πόσο σωστό ήταν αυτό, γιατί έπιασε μια καταιγίδα μόλις έφυγα και τα επόμενα 14,5 χλμ ήταν με βροχή και αέρα. Είχε ένα συνεχόμενο κατηφορικό κομμάτι 6χλμ με στροφές όπου μένοντας μόνη διασκέδασα την εξέλιξη του καιρού  και τραγουδούσα δυνατά το Singing in the rain του Frank Sinatra. Έχω κάνει τόση προπόνηση σε βροχή φέτος που ειλικρινά δεν με ένοιαζε καθόλου η βροχή! Ίσα ίσα που το λέω,  για να βρέχει τόσο φέτος με προετοιμάζει ο καιρός για βροχή στο Σπάρταθλο!

Ενώ το αρχικό πλάνο ήταν να φορέσω ζεστά ρούχα στο Λεβίδι στα 62 χλμ, η απρόσμενη βροχή άλλαξε τα πλάνα μας. Σε κάτι τέτοια βοηθάει πολύ να έχεις ομάδα υποστήριξης. Μου είχαν ετοιμάσει τα ρούχα στην Κανδήλα και  σκυμμένη πίσω από το αυτοκίνητο τα άλλαξα ΟΛΑ! Μου στοίχισε μερικά λεπτά αυτή η στάση, αλλά ήμασταν ακόμα στο 44ο χλμ και δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να πάθω υποθερμία από αμέλεια. Τέτοια λάθη τουλάχιστον θα έπρεπε να με έχει διδάξει η εμπειρία μου από το βουνό να αποφεύγω. Φεύγοντας από εκεί  συνάντησα μια ξένη κοπέλα που είχε παγώσει και περπατούσε. Τη συμβούλεψα να ντυθεί καλά στο Λεβίδι γιατί  θα είχε παγωνιά το βράδυ στο βουνό και να φάει καλά για να έχει ενέργεια. Κάποιος έλληνας αθλητής της είχε δανείσει το κίτρινο αντιανεμικό του  και εκ μέρος της κοπέλας τον ευχαριστώ γι ‘ αυτό, πραγματικά ήταν τραγική η εικόνα της έτσι όπως έτρεμε.

 


Συνέχισα το δρόμο μου για Λεβίδι. Πράσινες εικόνες  δεξιά και αριστερά, σιγά σιγά σκοτείνιασε και δεν είχα φακό ακόμα, αλλά η πανσέληνος φώτιζε ελαφρώς την ασφάλτινη διαδρομή που οδηγούσε στο τελευταίο ανηφορικό χιλιόμετρο για την είσοδο στο χωριό. Εκεί η ομάδα υποστήριξης μου είχε ετοιμάσει τα πάντα. Με σκέπασαν με μια κουβέρτα, άλλαξα ξανά ρούχα,  έβαλα μακρύ κολάν, Goretex μπουφάν, buff, γάντια, φακό.  Έφαγα ζεστή σούπα τραχανά και ανεφοδίασαν το παγούρι μου και τις θερμίδες μου γιατί ο επόμενος σταθμός θα ήταν μετά από 22 χλμ. Είναι  πολύ κρίσιμος ο χρόνος που ξοδεύεις σε σταθμούς. Δεν πρέπει ούτε να λυπάσαι να κάθεσαι για λίγο, γιατί η ξεκούραση και ο ανεφοδιασμός σου δίνουν όφελος αργότερα. Από την άλλη, δεν πρέπει να τεμπελιάζεις να φύγεις…  είναι ελκυστική τόσο η  ζέστη όσο και η παρέα στον σταθμό και κινδυνεύεις να κρυώσεις αν ξεκινήσεις καθυστερημένα.

Έτσι έφυγα αφήνοντας πίσω τα παιδιά που ήξερα θα αργούσα να ξαναδώ. Μπήκα με φόβο στο βουνό, καθώς πρόπερσι είχα νυστάξει πολύ στο σημείο αυτό πράγμα που μου στοίχισε αρκετά χρονικά. Δεν είχα λόγο να πιεστώ έντονα στην ανηφόρα και να την τρέξω, θα μου στοίχιζε αυτό αργότερα σίγουρα ενεργειακά και μυϊκά. Έτσι κούμπωσα σε ένα γρήγορο ρυθμό περπατήματος με διαλείμματα τρεξίματος στα ίσια κομμάτια. Σε αυτό το σημείο συνάντησα τον φίλο Παναγιώτη Μαστροπέρρο και διανύσαμε κάποια χιλιόμετρα μαζί. Χωρίς να το καταλάβω το βουνό έμενε πίσω μου, έπιασα την κατηφόρα και με πολύ εγκράτεια και πάλι στο ρυθμό σαν να ήμουν σε προπόνηση έφευγαν τα χιλιόμετρα. Μπήκα Βυτίνα πολύ νωρίτερα απ’ ότι με περίμεναν οι φίλοι μου.

 


Κάπως έτσι κύλησε η νύχτα, με τρέξιμο και σκέψεις.  Δεν κοίταζα καν  το ρολόι και τα χιλιόμετρα, δεν με ένοιαζαν. Και μόνο που ήξερα πως θα τερμάτιζα την επόμενη μέρα το μεσημέρι δεν υπήρχε κανένας λόγος να κοιτάζω σε ποιο χιλιόμετρο ήμουν και τι ώρα ήταν.

Σε όλους τους σταθμούς τη νύχτα καθόμουν μερικά λεπτά και έτρωγα. Να σημειώσω εδώ πόσο σημαντικός είναι και πάλι  ο ρόλος της ομάδας υποστήριξης. Προσέχουν λεπτομέρειες που εγώ αμελούσα. Μόλις έφτανα με σκέπαζαν. Όταν πήγαινα να καθίσω στο τσιμέντο, με σήκωναν και έστρωναν την κουβέρτα κάτω. Δεν άφησαν κανένα περιθώριο κρυώματος. Εγώ μπορεί να αμελούσα λιγάκι τι έπινα και τι έτρωγα, αλλά ήξεραν με τι έφευγα στη θήκη μου και έλεγχαν με τι έφτανα. Με μάλωναν αν δεν έπινα, μου έδιναν έξτρα salt sticks για να είναι σίγουροι εκεί μπροστά τους πως το έπινα. Είχα την αίσθηση πως τα είχα όλα under control, αλλά κατάλαβα πως δεν αρκούσε μόνο να τρέχω. Έπρεπε να φροντίσω και τον εαυτό μου, ειδικά στα σημεία όπου θα αργούσα να τους ξαναδώ. Ένιωθα υπεύθυνη και χρέος μου να με προσέχω πρώτα για αυτούς και μετά για εμένα.

Λίγο μετά τη Βυτίνα παρατήρησα πως το αριστερό μου μάτι δεν έβλεπε. Είχα μια θολούρα μπροστά, ένα άσπρο σύννεφο και έβλεπα μόνο από το δεξί. Ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω γιατί συνέβη αυτό, αλλά  η όρασή μου επανήλθε  μερικές ώρες μετά το τέλος του αγώνα. Αυτό με δυσκόλεψε στα χωμάτινα σημεία που είχαν αρκετές πέτρες και ήμουν πιο προσεκτική για να μην πατήσω στραβά και πέσω ή μου γυρίσει το πόδι.

 


Στα Μαγούλιανα που είναι το ορεινότερο κατοικημένο χωριό της Πελοποννήσου η Βίκυ είχε βρει φούρνο να ζεστάνει το ρύζι μου και το μέλι που έριξα πάνω σ’ αυτό ήταν ότι πιο νόστιμο θα μπορούσα να είχα τη στιγμή εκείνη. Και ευτυχώς,  γιατί μετά το ξημέρωμα ότι μου έδιναν ή είχαμε εμείς ή οι σταθμοί μου φαίνονταν αδύνατον να τα φάω. Αυτό το ρύζι με κράτησε πολύ, μου έδωσε ενέργεια και κατάπια τα χιλιόμετρα μέχρι το πρωί. Θυμάμαι τον εαυτό μου μόνο να τρέχει… στους χωματόδρομους και  στην άσφαλτο και να θολώνει η όραση από τα χνώτα που έβγαιναν ζεστά μπροστά μου. Αλλά δεν με ένοιαζε τίποτα. Ένιωθα δυνατή, υγιής και αισιόδοξη για την απόσταση που είχα να διανύσω. Όταν δε αντίκρισα τη λίμνη του Λάδωνα μου κόπηκε η ανάσα. Έκανα τον σταυρό μου και δόξασα το Θεό που είχε δώσει τόση ομορφιά στη γη. Ήμουν τόσο τυχερή που ζούσα τέτοιες στιγμές, και είχα τη νηφαλιότητα να νιώσω ευγνωμοσύνη για τις στιγμές που ζούσα. Πρόπερσι είχα περάσει μέρα το κομμάτι αυτό, φέτος το ζούσα νύχτα ακόμα. Σαν θεατής η λίμνη με παρακολουθούσε και έντυνε την εμπειρία μου με περίσσεια ομορφιά και μαγείας! Όταν άρχισε η αυγή δειλά να ξυπνάει, διέκρινα ότι πάνω από την λίμνη ήταν ένα παχύ στρώμα συννεφιών, που αναπαύονταν στην επιφάνεια του νερού. Μα πόσο πιο όμορφη μπορούσε να γίνει η εικόνα που ζούσα;

Τελείωσε ο χωματόδρομος και βγήκα ξανά στην άσφαλτο. Κουραστικές ψυχολογικά κυρίως ανηφοροκατηφόρες που σωματικά δε με λύγισαν γιατί ήξερα πως μετά το σταθμό στο Περδικονέρι όπου δεν είχαν πρόσβαση οι συνοδοί θα έφτανα Τρόπαια  (127ο χλμ) και θα έβλεπα πάλι τους δικούς μου. Εκεί ομολογώ πως μου βγήκε μια ψυχολογική κούραση, μια γκρίνια ίσως από την ένταση της νύχτας. Πολλές ώρες τρέξιμο μόνη, και η απότομη επαναφορά στον πολιτισμό μου φάνηκε ξαφνική.  Σε κάποιο σημείο με ακολούθησε ένα σκυλί και άρχισε να του μιλάω σαν να ήταν φιλαράκι. Θυμάμαι να του λέω «που έμπλεξες κι εσύ, ε;».

Τρόπαια, κούραση απότομη ψυχολογική κυρίως, άρνηση να φάω, το ψωμί δεν κατέβαινε. Ο Δημήτρης μου έφτιαξε ζεστό καφέ, η Βίκυ με πίεζε να φάω το ψωμί με το αλμυρό τυρί, οι εθελόντριες να ψάχνουν εναλλακτικές. Και μια Δήμητρα συνοδός του Δημήτρη Καζούρη που μου χάρισε μια σφιχτή αγκαλιά που είχα τόση ανάγκη. Είναι περίεργο πως μέσα σε λίγες στιγμές αλλάζεις τόσες διαθέσεις και δεν ξέρεις τι θέλεις. Με ενοχλούσαν τα ρούχα μου, άλλαξα μπλούζα και έβαλα κοντομάνικη και μανίκια, είχα την ανάγκη να νιώσω στεγνή και καθαρή. Φόρεσα τα ασφάλτινα παπούτσια πάλι. Το μακρύ κολάν δεν ήθελα ακόμα να το βγάλω καθώς η πρωινή ψύχρα και υγρασία με ενοχλούσαν. Και έφυγα…

 


Ενώ είχα φτιάξει έναν πίνακα με το κάθε κομμάτι της διαδρομής, την υψομετρική του, το ποσοστό της ασφάλτου και του χωμάτινου τμήματος, ξέχασα να ρωτήσω τη Βίκυ φεύγοντας για το κομμάτι αυτό και δεν θυμόμουν ότι ήταν όλο χωμάτινο. Κάτι κουραστικές ανηφοροκατηφόρες κακοτράχαλες, συνάντησα και δυο κοπάδια κατσίκια, περπάτησα ανάμεσά τους για να μην τα τρομάξω και με διαβεβαίωσαν οι βοσκοί ότι είχαν κλεισμένα τα σκυλιά. Αυτό μου φάνηκε από τα πιο δύσκολα κομμάτια της διαδρομής. Ίσως ήταν η συσσωρευμένη κούραση, ότι δεν θυμόμουν τη δυσκολία του κομματιού, ή απλά δεν είχα όρεξη στο σημείο αυτό. ¨Όπως και να έχει, φτάνοντας στη Δόξα δεν βρήκα τους δικούς μου, έμεινα μόνο ένα λεπτό και έφυγα για τον επόμενο σταθμό που ήταν Καλλιάνη. Εκεί με περίμεναν και δεν είχαν καταλάβει ότι έχασαν ένα σταθμό! Είχαν ανησυχήσει που καθυστέρησα, αλλά δεν είχαν καταλάβει πως αντί για 8,6 χλμ που νόμιζαν εγώ είχα τρέξει 13χλμ και ήμουν ακριβώς σύμφωνα με τα δικά μου χρονικά σχέδια on time!

Εκεί άλλαξα και φόρεσα κοντό κολάν επιτέλους που θα με έβγαζε στη ζέστη της ημέρας που με περίμενε. Με το ζόρι έφαγα μια μπουκιά κέηκ, δεν κατέβαινε τίποτα στέρεο κάτω, ενώ είχα περισσότερη όρεξη για κόκα κόλα και πορτοκάλι.

Πέρασα το ποτάμι, στον επόμενο σταθμό άλλαξα παπούτσια και ήξερα πως ξεκινούσε ο λεγόμενος «Ενιπέας του Ολύμπου». Η διαδρομή για Άσπρα Σπίτια και Μουριά είναι γεμάτη ανηφόρες και απότομα κατηφορικά. Απαιτούσε άσκηση υπομονής την οποία και  είχα γιατί ήμουν προετοιμασμένη από πρόπερσι γι αυτό το κομμάτι. Μόλις έφυγα από Κοκλαμά, σε κάποιο σημείο ήταν όλος ο δρόμος γεμάτος νερό και προσπαθώντας να περάσω από τα πλαϊνά γλίστρησα και τσούλησα μέσα στο λασπώδες νερό. Μέχρι τον αστράγαλο μούσκεμα. Κάνω δυνατά ένα «άει στο καλό,  μόλις άλλαξα παπούτσια» και είμαι σίγουρη πως ο Πορτογάλος αθλητής που ήταν πίσω μου θα γέλασε με την αντίδρασή μου. Πήγα να τσατιστώ, αλλά αμέσως σκέφτηκα «όχι, θα τρέξω κι έτσι πλατς πλουτς» και γέλασα μόνη μου.

 


Σε κάποιο σημείο έλειπε μια κορδέλα από μια διασταύρωση. Αργότερα έμαθα ότι πολλοί μπερδεύτηκαν  στο σημείο εκείνο. Το μόνο που με χαροποιεί είναι ότι μπόρεσα και λειτούργησα με τη λογική. Αφού είχα κατέβει δέκα λεπτά προς τα κάτω στο ποτάμι, σκέφτηκα δεν μπορεί να είχα  τόση ώρα να δω κορδέλα. Τηλεφώνησα στον Σωτήρη Μπαρακίτη τον υπεύθυνο της διοργάνωσης που ήταν τόσο ευγενικός και ψύχραιμος που με σκλάβωσε. Όσο κι αν «έβραζα» μέσα μου σκεπτόμενη την ανηφόρα που θα είχα να ανέβω, ένιωσα μεμιάς ηρεμία και αποφασιστικότητα. Σκέφτηκα «Άντζυ ας πρόσεχες». Έβαλα το κεφάλι κάτω και άρχισα να ανεβαίνω. Αφού βρήκα την τελευταία κορδέλα και συνέχισα προς την άλλη κατεύθυνση αυτή τη φορά, μου πήρε περίπου δέκα λεπτά να συνέλθουν οι μυς μου από την απότομη ανηφόρα. Αυτό μου στοίχισε. Ο ήλιος έκαιγε από πάνω, είχα ήδη πιει όλο μου το νερό στο παγούρι, ένιωθα πανβρώμικη και εξαντλημένη, και το χειρότερο ήταν πως σκεφτόμουν πως θα απογοήτευα τον Δημήτρη και τη Βίκυ που θα είχε μικρύνει η διαφορά χρόνου ίσως με τη δεύτερη γυναίκα. Γιατί σε έναν τέτοιο αγώνα, τρέχεις από ένα σημείο και μετά όχι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά και για την «ομάδα» που σε έφτασε τόσο καλά εκεί. Μετά από λίγα λεπτά περπατήματος, άρχισα να τρέχω και πάλι, με πόνους στους μυς. «Συμβαίνουν αυτά» σκέφτηκα. «Τρέχα τώρα και φτάσε στα παιδιά».

 Μουριά. Αφόρητοι πόνοι στους μυς. Μου κάνει μασάζ ο Κος Μαστροθεόδωρος και μου δίνει με τον τρόπο του πολύ κουράγιο. Μου τονίζει πως είναι άθλος που έφτασα τόσο καλά εκεί. Εγώ εκείνη τη στιγμή είχα ξεχάσει από πού ξεκίνησα και που είχα φτάσει, πόσα χιλιόμετρα είχα κάνει. Ήμουν τόσο συγκεντρωμένη στην προσπάθειά μου που δεν είχα συνειδητοποιήσει τι είχα κάνει. Το αριστερό μου μάτι ακόμα δεν έβλεπε. Ο Δημήτρης με «μαλώνει» και πάλι για τα salt sticks και δίνοντάς μου ένα αμέσως μου λέει «κοίταξε τα χέρια σου». Τι να δω… πρησμένα υπερβολικά πολύ, τα δάχτυλα τεράστια και δεν το είχα προσέξει. Υπονατριαιμία. Το κατάπια σαν καραμέλα! Άλλαξα για τελευταία φορά παπούτσια, δεν άντεχα άλλο να τρέχω με τα πετραδάκια από το λασπόνερο. Τους δίνω τη ζώνη μέσης που δεν άντεχα άλλο, μου φαινόταν πολλά κιλά  βάρος. Πήρα ένα μπουκάλι νερό στο χέρι και ξεκίνησα για τον τελευταίο σταθμό.

Έτρεχα αργά με διαλείμματα 20 μέτρων περπατήματος. Στον τελευταίο σταθμό παίρνω κουράγιο από τους θεατές που με χειροκροτούσαν, ακόμα δεν καταλάβαινα τι είχα κάνει. Η Βίκυ μου λέει «απόλαυσε το κάθε μέτρο από εδώ και πέρα, είναι ολόδικά σου… δούλεψες σκληρά για να φτάσεις εδώ και το αξίζεις».  Άρχισα να κλαίω…. Είχα 5χλμ ακόμα. Βλέπω την πινακίδα προς Αρχαία Ολυμπία. Τους λέω «πρώτη φορά βγαίνω πρώτη σε αγώνα», ένιωσα για πρώτη φορά εδώ και πολλές ώρες χαρά!

Στη σκέψη πως ήταν η πρώτη φορά και ίσως και τελευταία που βγαίνω πρώτη σε αγώνα με συναγωνισμό, δεν ήξερα πώς να νιώσω. Ήθελα να ζήσω τη στιγμή, ήμουν περήφανη που έκανα τους δυο μου υποστηρικτές περήφανους, όλους όσους έσπασαν τα τηλέφωνα του Δημήτρη και της Βίκυς από την αρχή του αγώνα, τον προπονητή μου που επιτέλους ακολούθησα τις συμβουλές του και «έτρεξα έξυπνα».

 

Τα χαμόγελα της ομάδας μετά τον τερματισμό!

 

Τελευταία μέτρα, να σηκώνω τα χέρια, να κρατάω το κλαδί ελιάς που μου είχε δώσει ο γερμανός συναθλητής  που τερμάτισε μαζί μου, και έσφιγγα τα χέρια μου που μιλούσαν εκείνη τη στιγμή και φώναζαν για μένα «τα κατάφερα». Γιατί εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω. Με δάκρυα στα μάτια και ταπεινή σιωπή και χαμόγελο πέρασα τη γραμμή του τερματισμού και το μόνο που άκουγα ήταν οι φωνές των άλλων, καθώς και τα σιωπηλά δάκρυα της Βίκυς και του Δημήτρη. Είναι περίεργη αίσθηση να μπορείς να «ακούς» τα δάκρυα των άλλων, γιατί τα ακούς με τα αυτιά της καρδιάς σου.

Αν με ρωτήσει κάποιος τι σκεφτόμουν τόσες ώρες και πέρασε ο χρόνος δίχως μουσική και δίχως παρέα, θα απαντήσω πως δεν θυμάμαι  ακριβώς τι σκεφτόμουν. Πάντως όλες οι σκέψεις  ήταν όμορφες.  Δεν είναι δυνατόν να ζεις τέτοιες εμπειρίες και να κάνεις άσχημες σκέψεις.  Καμία αρνητική, κανένα βάρος. Και όταν δεν έχεις βάρος στη σκέψη σου δεν επιτρέπεις την κούραση να βαρύνει και το σώμα σου. Όχι όσο θα περίμενες τουλάχιστον!

 

Λίγες στιγμές γαλήνης μετά την περιπέτεια, στο αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας!

 

Δεν ξέρω αν γεννήθηκα ψηλότερα στον αγώνα αυτόν όπως μου είπε ένας καλός φίλος, αλλά σίγουρα βγήκα πιο πλούσια από την εμπειρία. Κέρδισα δεσμούς με ανθρώπους… και για εμένα οι άνθρωποι είναι το παν σε αυτή τη ζωή. Είμαι χαρούμενη που έτρεξα τον αγώνα όπως τον είχα φανταστεί και όπως τον ονειρευόμουν τόσες ώρες στις προπονήσεις που προηγήθηκαν τους τελευταίους μήνες. Η θέση προέκυψε. Αλλά και δίχως αυτήν, το ίδιο ικανοποιημένη θα ένιωθα. Δεν θα άλλαζα καμία στιγμή του αγώνα, καμία συγκίνηση και το μοίρασμα που ένιωσα με τους ανθρώπους που ήταν δίπλα μου και τους συναθλητές επίσης για οποιαδήποτε θέση. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη βασίζουμε και να την κατηγοριοποιούμε σε θέσεις και διακρίσεις.

Στο τέλος του αγώνα όταν επιστρέφεις σπίτι σου, τοποθετείς το μετάλλιο μαζί με τα υπόλοιπα… βάζεις τα αμέτρητα πλυντήρια, κάνεις το μπάνιο σου, κάθεσαι στον καναπέ και θυμάσαι περισσότερο απ’ όλα το μοίρασμα που βίωσες και αυτό ακριβώς είναι που αναζητάς να ξαναζήσεις σύντομα. Βλέπω τις φωτογραφίες με τα χαμόγελά μας στην εκκίνηση, διαβάζω τα πειρακτικά σχόλια, θυμάμαι την μικρή μας εκδρομή στον αρχαιολογικό χώρο όπου ήμασταν όλοι- ξένοι και έλληνες- σαν μικρά παιδιά σε σχολική εκδρομή. Αυτά τα χαμόγελα θέλω να ζω στους αγώνες, με αυτά τα χαμόγελα θέλω να βουτάω στη ζωή… κι ας χρειάζεται που και που να τρέχω 180 χλμ για να τα βλέπω!

Μακροβούτι ο δρόμος προς το Σπάρταθλο!


Άντζυ Τερζή