Τα αλκοολούχα ποτά είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα στην κοινωνία αλλά και τον αθλητισμό. Τι αντίκτυπο όμως έχουν στην απόδοση και την αποκατάσταση; Αποτελούν είδος πολυτελείας και, ως εκ τούτου, δεν θεωρούνται απαραίτητα για τη διατροφή μας. Ωστόσο, αποτελούν στοιχείο πολλών πολιτισμών. Από την άλλη, η κατανάλωση αλκοόλ θεωρείται συχνά επιβλαβής για την υγεία. Αυτό ισχύει αναμφίβολα στην περίπτωση υπερβολικής κατανάλωσης, αλλά λιγότερο σε μικρότερες ποσότητες.

Από διατροφική άποψη και σε σχέση με τη φυσιολογία, η θερμιδική αξία (7 kcal/gr) είναι υψηλότερη από εκείνη των υδατανθράκων (4 kcal/gr) και των πρωτεϊνών (4 kcal/gr), ενώ ανάλογα με τον τύπο του, ένα αλκοολούχο ποτό μπορεί να περιέχει πρόσθετα θρεπτικά συστατικά. Ενώ το κόκκινο κρασί είναι πηγή αντιοξειδωτικών, η μπύρα περιέχει επίσης υδατάνθρακες, ορισμένες βιταμίνες και μέταλλα εκτός από το αλκοόλ. Επομένως, τα αλκοολούχα ποτά μπορεί να συσσωρεύουν γρήγορα θερμίδες όσο αφορά την ενεργειακή πρόσληψη.

Η παρουσίαση που ακολουθεί παρουσιάζει τις βασικές παραμέτρους που επηρεάζουν την απόδοση και τις βασικές φυσιολογικές αποκρίσεις του οργανισμού σε προπονητικά ερεθίσματα και όχι μόνο.

Ένας διαχωρισμός που ταιριάζει πολύ στις Υπεραποστάσεις έχει να κάνει με τον στόχο του κάθε δρομέα. Υπάρχουν αθλητές που δηλώνουν εξαρχής ότι θέλουν να τερματίσουν τον αγώνα σε συγκεκριμένο χρόνο, π.χ. έναν αγώνα ultra trail σε 25, 30 ή 36 ώρες και εκείνοι που απλά επιδίωξη τους είναι να καταφέρουν να φτάσουν έγκυρα στην γραμμή του τερματισμού. ΟΙ πρώτοι ουσιαστικά κάνουν αγώνα ταχύτητας και ας μας φαίνεται παράξενο λόγω της μεγάλης απόστασης. Θέλουν να διανύσουν την απόσταση “Χ” σε χρόνο “Y”. Οι δεύτεροι κάνουν αγώνα αντοχής, μιας και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να φτάσουν στην γραμμή τερματισμού όσο χρόνο και αν χρειαστούν. Δυο “διαφορετικοί” κόσμοι λοιπόν δοκιμάζουν τις ικανότητες τους ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη μέρα (και νύχτα ίσως) στο μονοπάτι του αγώνα.