Η ναυτική περιπέτεια του David Lewis στο Νότιο Ωκεανό το 1972 Κύριο

Από 08 Σεπ 2002

Τον Οκτώβριο του 1972 ο Νεοζηλανδός David Lewis, ένας κατεξοχήν άνθρωπος της περιπέτειας, με δράση από τα παιδικά του χρόνια, έπαιρνε στα 55 του χρόνια το μεγάλο ρίσκο: ξεκινούσε ένα μακρύ ταξίδι στο Νότιο Ωκεανό, με στόχο να περιπλεύσει την Ανταρκτική ήπειρο με ένα μικρό ιστιοφόρο, το Ice Bird, με αρχή και τέλος αυτού του μοναχικού ταξιδιού την Αυστραλία. Μέχρι τότε κανένας στο παρελθόν δεν αποτόλμησε να τα βάλει μόνος του με τις αγριότερες θάλασσες πάνω στη γη. Το γεγονός ότι τρεις μήνες αργότερα έφτασε με τσακισμένο καράβι στις παγωμένες ακτές της Ανταρκτικής ζωντανός, ήταν ένα θαύμα. Ένα από εκείνα τα θαύματα που μας κάνουν να στεκόμαστε με δέος μπροστά στο φαινόμενο ανθρώπινη αντοχή.

Ο David Lewis γεννήθηκε το 1917 στην Αγγλία και οι γονείς του μετανάστευσαν στη Νέα Ζηλανδία, όταν ο David ήταν ακόμα δύο χρονών. Από μικρός έκανε εξερευνήσεις στα δάση και στα βουνά και στα δεκαεφτά του, κατασκεύασε μόνος του ένα σκάφος με το οποίο έκανε 700 χιλιόμετρα μέσα σε ποτάμια για να φτάσει στο σπίτι του από το γυμνάσιο που φοιτούσε. Σαν φοιτητής της Ιατρικής συμμετείχε στην ορειβατική ομάδα του Πανεπιστημίου του και πραγματοποίησε πολλές πρώτες αναβάσεις στις Νεοζηλανδικές Άλπεις. Είχε πάθος με την ιστιοπλοΐα και συμμετείχε στη δεκαετία του 60 στον πρώτο αγώνα διάσχισης του Ατλαντικού με μικρά ιστιοφόρα (single handed, δηλαδή μόνο με έναν άνθρωπο για πλήρωμα), τερματίζοντας τρίτος σε 44 μέρες. To 1964, μετά από αυτή την εμπειρία, έδωσε όλη του την περιουσία για να φτιάξει ένα καταμαράν, το Rehu Moana, με το οποίο αφού πρώτα έκανε ένα ταξίδι στην Αρκτική, ξαναμπήκε στον επόμενο αγώνα στον Ατλαντικό και αργότερα πήρε τη γυναίκα του και τα δύο νεογέννητα παιδιά τους και πραγματοποίησε τον γύρο του κόσμου.

O David LewisΑπό το 1964 ακόμα είχε βάλει σαν στόχο να περιπλεύσει μόνος του την Ανταρκτική, μια ιδέα που τον συνάρπαζε για χρόνια νωρίτερα. Μέχρι τότε κανένας δεν είχε αποτολμήσει να ξεκινήσει μόνος του παρόμοιο ταξίδι. Τελικά με την οικονομική βοήθεια φίλων του, κατάφερε να αγοράσει ένα μικρό 10μέτρο ιστιοφόρο στο Sydney της Αυστραλίας. Το Ice Bird δεν πρόσφερε καμιά ιδιαίτερη άνεση στην καμπίνα του, ήταν όμως κατασκευασμένο από ατσάλι κι αυτό έδινε την αίσθηση ασφάλειας που ήθελε ο Lewis. Κι ακόμα το μικρό του μέγεθος εξασφάλιζε εύκολη πλοήγηση από έναν άνθρωπο.

Στις 19 Οκτωβρίου του 1972 το Ice Bird, όπως ονόμασε το σκάφος του ο Lewis, σαλπάριζε απ το λιμάνι του Sydney. Από τις πρώτες ημέρες κιόλας προσαρμόστηκε στη ρουτίνα της μοναχικής ιστιοπλοΐας στην ανοιχτή θάλασσα. Μόλις 100 μίλια όμως μακριά από το λιμάνι, διαπίστωσε ότι ο ασύρματός του τον εγκατέλειπε, παρότι του είχε βάλει καινούργια μπαταρία στο ξεκίνημα. Ο επόμενος αλλά και τελευταίος σταθμός του για ανεφοδιασμό πριν την Ανταρκτική, ήταν το νησάκι Stewart, στο νότιο άκρο του Νότιο Νησιού της Νέας Ζηλανδίας. Κι εκεί δυστυχώς δεν κατάφερε να επιδιορθώσει τη βλάβη κι έτσι συνέχισε χωρίς ασύρματο, με επόμενη στεριά την Ανταρκτική Χερσόνησο, περίπου 5000 μίλια μακρύτερα.

Πολύ σημαντικότερη όμως από την έλλειψη ασυρμάτου, ήταν η επόμενη ανακάλυψή του λίγες μέρες μετά: δεν δούλευε η αντλία νερού στα ύφαλα του πλοίου. Είχε εγκαταστήσει μια καινούργια στο Sydney, στη βιασύνη του όμως να ξεκινήσει δεν τη δοκίμασε. Στη ζωή του Lewis υπήρχε πάντα μια επαναλαμβανόμενη σειρά από συμφορές, μερικές μεγάλες κάποιες άλλες μικρότερες, όλες όμως ήταν σαν να τις επιδίωκε προκειμένου μέσα απ την κάθε συμφορά να αναδείξει την εφευρετικότητά του. Η λύση για τη χαλασμένη αντλία ήταν επώδυνη και έκρυβε κινδύνους. Στο αμπάρι κάτω απ το πάτωμα της καμπίνας του Ice Bird, βρισκόταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα του Lewis. Έτσι, αφού πρώτα μετέφερε σε άλλο σημείο τις κονσέρβες του, έπρεπε κάθε φορά να κατεβαίνει με έναν κουβά στο αμπάρι και αφού τον γέμιζε, έπρεπε να προσέχει τα σκαμπανεβάσματα του σκάφους προκειμένου να ανέβει μερικές σκάλες ισορροπώντας τον γεμάτο κουβά, μέχρι να βγει στην κουβέρτα και να τον αδειάσει. Ήταν μια εξοντωτική διαδικασία.

Το Ice BirdΠαρόλα αυτά συνέχισε προς τα δυτικά, με μια ελαφρώς νότια κατεύθυνση, προς την πλευρά της Ανταρκτικής. Σταδιακά ο καιρός γινόταν πιο κρύος και τα χιόνια αντικατέστησαν τις βροχές. Η μια θύελλα διαδεχόταν την άλλη και τα κύματα γίνονταν ολοένα και ψηλότερα. Ο Lewis, όπως έγραψε και στο ημερολόγιό του, ένιωθε ένα δέος να τον κυριεύει καθώς πλησίαζε προς την Ανταρκτική. Άκουγε μέσα στην καμπίνα τον αέρα να μουγκρίζει υπόκωφα έξω και κάποιες φορές να ξεσπά σε ουρλιαχτά. Τα θεόρατα κύματα τον έφερναν σε δεινή θέση, όμως είχε την πείρα και γρήγορα απέκτησε την εξοικείωση που χρειαζόταν, για να βγάζει το Ice Bird αλώβητο μέσα απ τις καταιγίδες.

Ο Lewis είχε ακόμα τον έλεγχο και το Ice Bird τα πήγαινε καλά, αν και λίγο δύσκολα, πάντως σιγά-σιγά έπλεε προς τον προορισμό του. Όμως όλα άλλαξαν στις 27 Νοεμβρίου. Το βαρόμετρο είχε πέσει τόσο πολύ εκείνη τη μέρα, που ο δείκτης του είχε βγει έξω από την κλίμακα. Ήταν ένας τυφώνας τόσο μανισμένος που κάτι παρόμοιό του δεν είχε συναντήσει ποτέ ο Lewis, στα πολλά χρόνια που όργωνε τις θάλασσες. Τα κύματα αναταράζονταν χαοτικά κι έβραζαν, έμοιαζαν με τεράστιους σκοπέλους που έβγαιναν απ τη θάλασσα. Ο αφρός και η «βροχή» απ τα κύματα, έκαναν δύσκολο να πει κανείς που τελείωνε η θάλασσα και που άρχιζε ο ουρανός. Το Ice Bird βρισκόταν κάποιες στιγμές στην κορυφή των τεράστιων κυμάτων κι εκεί δεχόταν όλη τη μανία του αέρα. Μετά κατηφόριζε για λίγο στα ενδιάμεσα δύο κυμάτων και δεχόταν την προστασία από τον αέρα. Όμως κάθε επόμενο κύμα ερχόταν με σκοπό να τσακίσει το 10μετρο καρυδότσουφλο, αρκεί να βρισκόταν στο σημείο που έσπαγε το κύμα. Ο Lewis τρομοκρατημένος προσπαθούσε μέσα απ την καμπίνα να κουμαντάρει το σκάφος αλλά μάλλον δύσκολα τα κατάφερνε. Η κατάσταση του μυαλού του, όπως περιέγραψε ο ίδιος αργότερα, είχε περάσει πιο πέρα απ την κατάσταση του φόβου, γιατί δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα για να ελέγξει την τύχη του.

Κατά τις δύο τη νύχτα έγινε αυτό που φοβόταν. Ήταν κάτι σαν γιγάντιο χέρι που σήκωσε το σκάφος ψηλά, το τίναξε και μετά το κατρακύλησε. Όλα σκοτείνιασαν, το νερό έμπαινε από παντού, ρούχα, κονσέρβες, βιβλία, γκρεμίζονταν τριγύρω του. Ο ίδιος βρισκόταν ξαπλωμένος στο ταβάνι, και την αμέσως επόμενη στιγμή στο πάτωμα μέσα στα νερά και στα επιπλέοντα αντικείμενα που μέχρι εκείνη την ώρα αποτελούσαν το σπιτικό του. Στο αμυδρό φως της υπο-ανταρκτικής αυγής, είδε ότι έλειπε η μπροστινή μπουκαπόρτα. Όταν κατάφερε να απεγκλωβιστεί απ το τραπέζι που είχε πέσει πάνω του, πήγε εκεί και ξεπρόβαλε το κεφάλι του έξω. Οι χειρότεροι φόβοι του επαληθεύτηκαν: Το κατάρτι είχε φύγει απ τη θέση του και δυο τρία σχοινιά το συγκρατούσαν στο πλάι του πλοίου όπου κρεμόταν πια.

Στα αμέσως επόμενα λεπτά απ την ανατροπή, δεν φαινόταν παρά λίγες μόνο πιθανότητες επιβίωσης. Εκτός απ το σπασμένο κατάρτι, έσπασε και το κήτος του Ice Bird από την κολοσσιαία ορμή των κυμάτων και οι δυο τους απείχαν περίπου 2500 μίλια από το κοντινότερο λιμάνι, το οποίο δεν ήταν παρά μια ασήμαντη βάση του Ατλαντικού, σε μια παγωμένη βραχώδη ακτή της Ανταρκτικής. Και πάλι η ενστικτώδης θέληση του να επιζήσει, ανέλαβε αμέσως δράση.

Ο Lewis μάζεψε μερικά κουρέλια και γέμισε μ αυτά το ρήγμα στο τοίχωμα της καμπίνας, έψαξε να βρει τα γάντια του αλλά χωρίς να το καταφέρει, μέσα σ εκείνο το μακελειό της πλημμυρισμένης καμπίνας κι έτσι άρχισε να βγάζει το νερό με τον κουβά χωρίς αυτά, παραπατώντας πάνω στα χαλάσματα και προσπαθώντας να μη χυθεί το νερό που με τόσο κόπο μάζευε μέσα στο άγρια χτυπημένο σκάφος του. Μετά από πέντε ώρες συνεχόμενης προσπάθειας, επιτέλους το σκάφος είχε σχεδόν αδειάσει και τότε… ξανά η συντριβή! Το Ice Bird ξανατσακίστηκε από κάποιο θεόρατο κύμα και το παγωμένο νερό άρχισε πάλι να αναβλύζει από το ρήγμα που είχε κλείσει νωρίτερα ο Lewis. Έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή.

Επιτέλους κάποια στιγμή η θύελλα έπεσε στην ένταση των 10 μπωφόρ κι ο Lewis μουσκεμένος μέχρι το κόκαλο, κατέρρευσε πάνω στην κουκέτα του. Έβγαζε νερό αδιάκοπα, επί 10 ώρες. Αλλά δεν ξεκουράστηκε για πολύ. Η σύγκρουση του καταρτιού πάνω στο κήτος, τον ανάγκασε να βγει έξω στο κατάστρωμα. Έπρεπε να ξεμπλέξει το κατάρτι πριν γίνει κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά. Δε φαινόταν όμως να μπορεί μόνος του να κάνει κάτι. Το να το απελευθερώσει από τα συρματόσχοινα που το συγκρατούσαν από το κατάστρωμα με τα μουδιασμένα του δάχτυλα, έμοιαζε ακατόρθωτο, πάνω σ ένα σκάφος που ανεβοκατέβαινε αδιάκοπα πάνω στα κύματα. Το κατάρτι είχε μπλεχτεί σε μια κουλουριασμένη μάζα από συρματόσχοινα που ήταν στερεωμένα με βίδες στις άκρες του καταστρώματος, βίδες που απ την πίεση που είχαν δεχτεί, είχαν στραβώσει κι ήταν αδύνατο να ξεβιδωθούν. Τελικά χτυπώντας τις με σφυρί και τραβώντας τις, κατάφερε να τις αφαιρέσει όλες εκτός από δύο, απελευθερώνοντας τα συρματόσχοινα. Τα χέρια του είχαν γεμίσει πληγές αλλά δεν μπορούσε να αισθανθεί πόνο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο και έτσι γύρισε στα χαλάσματα της καμπίνας παραπατώντας.

Μόλις το επόμενο πρωί κατάλαβε ότι τα δάχτυλα των χεριών του είχαν πάθει άσχημα κρυοπαγήματα. Τώρα πια μπορούσε να κάνει ένα απολογισμό και τα όσα ανακάλυψε ήταν θλιβερά. Καταρχήν ο ασύρματός του είχε τεθεί, εντελώς πια, εκτός λειτουργίας, το οποίο σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να παίρνει ούτε καν σήματα για την ώρα, απαραίτητα για την ακριβή πλοήγηση. Είχε μόνο ένα ρολόι χεριού, που ήξερε ότι χάνει ώρα αλλά δεν ήξερε πόσο. Με τα παγωμένα δάχτυλά του, μόλις που μπορούσε να το κουρδίσει ή ακόμα και να κάνει κάποιες άλλες δουλειές ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή του. Δεν μπορούσε να χειριστεί ούτε και τον εξάντα, ούτε καν μπορούσε να πιάσει ένα σπίρτο που έπεσε στο πάτωμα.

Το Ice BirdΑπό εδώ και μετά το Ice Bird δεν ήταν παρά ένα απομεινάρι ναυαγίου που επέπλεε ακυβέρνητο στον αχανή Νότιο Ωκεανό. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να κατασκευάσει ένα αυτοσχέδιο κατάρτι. Προστατεύοντας τα χέρια του με ένα ζευγάρι μουσκεμένα μάλλινα γάντια, περιμάζεψε τον τρίμετρο ιστό από ένα βοηθητικό πανί του καραβιού και με κάποιο τρόπο το έστησε στερεώνοντας το με τα σχοινιά που στερέωναν μέχρι τότε το πραγματικό κατάρτι, αλλά και με κάποιο παλιό ορειβατικό σχοινί που υπήρχε στο πλοίο. Έτσι μπορούσε να έχει μια εντελώς στοιχειώδη πλοήγηση, που ήταν αρκετή όμως για να εξασφαλίζει στο Ice Bird μια αργή πορεία προς το καταφύγιό του στις όχθες της Ανταρκτικής Χερσονήσου. Ήταν μια απεγνωσμένη και χωρίς ελπίδα μάχη για επιβίωση, καθώς ο Lewis ήθελε ακόμα 2.500 μίλια μέχρι να φτάσει εκεί και μ αυτή την αργή ταχύτητα που είχε, τα αποθέματα νερού θα εξαντλούνταν πολύ πριν φτάσει. Ωστόσο συνέχισε να μάχεται, περνώντας 14 ώρες κάθε μέρα για να χειρίζεται τα σχοινιά του τιμονιού από το καταφύγιο της καμπίνας κι έτσι να ορτσάρει προς τη σωστή κατεύθυνση πλαγιοδρομώντας μια βορειοανατολικά και μια νοτιοανατολικά, για να κερδίσει λίγα πολύτιμα μίλια.

Το μούδιασμα των χεριών του τώρα ξεχάστηκε μπροστά στην αγωνία του, που μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Τα χέρια του ήταν πρησμένα και είχαν αρχίσει να πυορροούν. Πήρε μεγάλες δόσεις αντιβιοτικών για να σταματήσει την επερχόμενη γάγγραινα, αλλά και μόνο που ακουμπούσε κάτι πονούσε φριχτά. Και δεν έφτανε αυτό, έπρεπε κάθε μέρα να αδειάζει 20-30 κουβάδες νερό απ το αμπάρι, να παιδεύεται με τη γκαζιέρα, να βγαίνει στο κατάστρωμα για να ξαναρυθμίζει το ανεπαρκές πανί ή να επιδιορθώνει το υποτυπώδες κατάρτι. Η κατάστασή του ήταν απελπισμένη. Έγραψε στο ημερολόγιό του:

...Ένα παραπέτασμα έχει πέσει εδώ και μια βδομάδα, όταν ήμουν μέρος της ζωής. Η πιθανότητα για επιβίωση είναι αμελητέα αλλά η προσπάθεια γι αυτήν αξίζει, παρά τον πόνο και την ταλαιπωρία. Αυτά τα τελευταία είναι πολύ σπουδαία. Πρέπει να συνεχίσω πολεμώντας για να επιζήσω, όπως αρμόζει σ έναν άνδρα. Η Susie και η Vickie χωρίς πατέρα είναι το χειρότερο απ όλα...

Ο Lewis συνέχισε να μάχεται, ακόμα κι όταν το αλουμινένιο κατάρτι αργά και σταθερά στράβωνε και τότε, μια βδομάδα αργότερα, το βαρόμετρο έπεσε για μια ακόμα φορά. Ετοιμάστηκε για μια ακόμα θύελλα, συμμαζεύοντας και ασφαλίζοντας τα πράγματα μέσα στην καμπίνα, δένοντας το τραπέζι και κλείνοντας με πανιά όλες τις τρύπες εξαερισμού. Μετά περίμενε.

«Αφού σταμάτησα να παρατηρώ μέσα σε ανείπωτη απόγνωση, καθώς το αυτόματο τιμόνι έσπασε και τα απομεινάρια του έφυγαν μέσα στα κύματα, έκανα ακόμα μια προσπάθεια να κυβερνήσω το σκάφος. Δεν υπήρχε όμως καμιά ελπίδα. Μείναμε αβοήθητοι με τη δεξιά πλευρά μας στον καιρό και τα κύματα να περνάνε πάνω απ την κουβέρτα. Τρύπωσα στην καμπίνα και κουλουριάστηκα την κουκέτα στην πιο βαθιά γωνιά που υπήρχε, ακουμπώντας την πλάτη μου στην πόρτα του αμπαριού, λες και γύρευα τη βοήθεια του καγκουρό και του κίουι που ήταν ζωγραφισμένα εκεί.» Δε χρειαζόταν να περιμένει για πολύ, φαινόταν σχεδόν αναπόφευκτο: ένα από τα τεράστια κύματα, αργά ή γρήγορα θα διέλυαν το αβοήθητο σκάφος. Για μια ακόμα φορά το Ice Bird είχε χτυπηθεί άσχημα, όμως οι ετοιμασίες του Lewis ανταμείφθηκαν: μπορεί ο υπνόσακός του να μουσκεύτηκε ξανά και η γραφομηχανή του να έγινε κομμάτια σε μια γωνιά της καμπίνας, όμως ο εξοπλισμός και τα τρόφιμά του διασώθηκαν εκεί που τα είχε κρύψει. Το πιο σημαντικό απ όλα ήταν ότι το αυτοσχέδιο κατάρτι έμεινε όρθιο στη θέση του. Κι οι μπουκαπόρτες αλλά και η οροφή της καμπίνας άντεξαν ένα ακόμα σφυροκόπημα. Η πιο σημαντική ζημιά έγινε στην κεντρική μπουκαπόρτα, η οποία μπορούσε να ανοίγει μόνο για 30 εκατοστά, πιο πέρα σφήνωνε. Για μια στιγμή κυριεύτηκε από πανικό: θα ενταφιαζόταν μέσα στην καμπίνα. Μετά κυριάρχησε πάλι η λογική: υπήρχε πάντα και η μπουκαπόρτα της πλώρης. Στη συνέχεια ανακάλυψε ότι τελικά με κάποιους ελιγμούς μπορούσε να βγει και από τη σφηνωμένη.

Ήταν τόσο δύσκολο να ανάψει τη γκαζιέρα του και μετά να κρατήσει πάνω της την κανάτα, καθώς εκτοξευόταν στην άλλη άκρη της καμπίνας, που ο Lewis έτρωγε κι έπινε μόνο σε κάποια διαλείμματα της φουρτούνας που μεσολαβούσαν ανάμεσα σε αρκετές ημέρες. Η θερμοκρασία μέσα στην καμπίνα ήταν μόλις πάνω απ το μηδέν και τα ρούχα και ο υπνόσακός του ήταν μονίμως υγρά κι όμως συνέχιζε να παλεύει και με μια τρομερή εφευρετικότητα αλλά και τη σκέψη από τις δυο κόρες του, κατάφερνε να κρατά ψηλά τη θέληση για την επιβίωση του. Ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις που σχεδόν όλοι θα είχαν την τάση να περιμένουν μια βοήθεια έξω από τις δικές τους δυνάμεις. Ο Lewis έγραψε αργότερα:

«Ο κόσμος με ρωτούσε αν προσευχήθηκα. Δεν προσευχήθηκα αν και ήθελα πολύ να μπορούσα να προσευχηθώ, αλλά μην έχοντας ξανακάνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν, είχα ακόμα την αξιοπρέπεια να μην παρακαλώ για βοήθεια όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Μια ανώτερη δύναμη, αν υπάρχει τέτοια, μπορεί ακόμα και να εκτιμούσε τη στάση αυτή.»

Ήταν όμως σε μια κατάσταση που έδειχνε να χειροτερεύει, σταθερά και ανελέητα. Συχνά κυκλοφορούσε στην κουβέρτα χωρίς να φορά τους ιμάντες ασφαλείας, που θα τον συγκρατούσαν στο κατάστρωμα από ένα γλίστρημα ή μια πτώση. Φαίνεται να μην είχε και τόση σημασία τη στιγμή που το σκάφος του ήταν καταδικασμένο. Μια μέρα καθώς προσπαθούσε να επιδιορθώσει το αυτοσχέδιο κατάρτι του, ένα κύμα ήρθε από πίσω και τον άρπαξε. Μέσα σε μια δίνη από αφρισμένα νερά βρέθηκε στον αέρα, χωρίς να μπορεί να τον συγκρατήσει τίποτα απ το να παρασυρθεί στη θάλασσα. Τα προστατευτικά συρματόσχοινα της κουπαστής που θα μπορούσαν να τον σταματήσουν, είχαν φύγει στην πρώτη θύελλα όταν είχε σπάσει το κατάρτι. Μέσα στις αγωνιώδεις στιγμές που πέρασαν ο Lewis τσακίστηκε πάνω σε έναν από τους πασσάλους της κουπαστής, που συγκρατούσαν κάποτε αυτά τα συρματόσχοινα. Όταν τα νερά κύλησαν απ την κουβέρτα, αυτός είχε μείνει κουλουριασμένος γύρω απ τον πάσαλο έχοντας σαν από θαύμα γλιτώσει. Όμως το τίμημα ήταν αρκετά βαρύ, μερικά πλευρά είχαν σίγουρα σπάσει και το δεξί χέρι ήταν μουδιασμένο:

«Σύρθηκα βογκώντας απ τον πόνο πάνω στο κατάστρωμα, μέχρι να φτάσω στην μπουκαπόρτα και να μπω μέσα. Καθώς ο άνεμος ήταν νοτιοδυτικός, δεν υπήρχε ανάγκη να καθίσω στο τιμόνι. Όμως στην καμπίνα το νερό του αμπαριού είχε ξεχειλίσει και είχε καλύψει το πάτωμα. Αναθεματίζοντας με τη σκέψη μου (καθώς την κάθε ανάσα την έκανα με το ζόρι απ τον πόνο των πλευρών, δεν ήθελα να επιδεινώσω την κατάστασή μου μιλώντας φωναχτά), ανασήκωσα το καπάκι του αμπαριού και άδειασα 22 κουβαδιές νερό. Το υπόλοιπο μιας μέρας γεμάτης πόνο και μιας νύχτας παγωμένης και χωρίς ξεκούραση, το πέρασα στην κουκέτα μου, ανησυχώντας όλο και περισσότερο για την τεράστια διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε έναν υγρό και σε έναν μουσκεμένο υπνόσακο, όπως έγινε ο δικός μου μετά το τελευταίο μπατάρισμα του σκάφους»

Η προσπάθεια να ξεμπλοκάρει τη σφηνωμένη μπουκαπόρτα και να βγει στο τσουχτερό κρύο και την υγρασία πάνω στο κατάστρωμα, γινόταν ολοένα και πιο κοπιαστική. Την επισκευή της την καθυστέρησε μέχρι την τελευταία στιγμή, γυρεύοντας να ξεφύγει απ την πραγματικότητά του μέσα από κάποια μυθιστορήματα που είχε κουβαλήσει μαζί του στο σκάφος. Μπορούσε ακόμα να δει ότι το αυτοσχέδιο κατάρτι ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης αλλά κι εδώ ανέβαλε συνεχώς την ώρα που θα έκανε κάτι γι αυτό. Ακόμα μια θύελλα, ακόμα κάποια αντιξοότητα στην πορεία που έπρεπε να ξεπεραστεί, γινόταν όλο και περισσότερο φανερό ότι μ αυτό τον αργό ρυθμό που έπλεε το Ice Bird, σύντομα ο Lewis θα έμενε από πόσιμο νερό -ακόμα κι αν το σκάφος δεν βυθιζόταν- πριν πιάσει οποιαδήποτε στεριά.

Όμως δε σταμάτησε ούτε στιγμή να σκέφτεται οποιαδήποτε ιδέα, που θα του μεγάλωνε τις πιθανότητες επιβίωσης. Ο βραχίονας που στήριζε το μικρό πρόσθετο πανί, ήταν ξεκάθαρο ότι δεν αποτελούσε λύση για κατάρτι. Είχε όμως μια ακόμα δυνατότητα: τη μήκους 3,5 μέτρων ξύλινη μπούμα, όμως δε μπορούσε να δει πώς θα την έμπηγε σε όρθια θέση στην τρύπα του καταρτιού, πάνω σ ένα σκάφος που κουνιόταν ασταμάτητα. Τότε, εντελώς ξαφνικά, σε μια στιγμή ολοκληρωτικής παραίτησης όπου είχε χάσει κάθε ελπίδα, σκέφτηκε πως αυτό θα μπορούσε να γίνει, στήνοντας ένα σύστημα με τροχαλίες που θα του έδινε ένα κάποιο μηχανικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη χρήση μόνο της φυσικής του δύναμης. Περίμενε τον καιρό να λασκάρει λίγο και τότε βγήκε στο κατάστρωμα με τα σχοινιά και το αυτοσχέδιο παλάγκο του, έστησε τη μπούμα στη θέση της και ήταν έτοιμος για το κρίσιμο τεστ. Του είχε πάρει οχτώ ώρες συνεχόμενης δουλειάς για να φτάσει μέχρι αυτό το σημείο. Τέντωσε με αγωνία το σχοινί κι άρχισε να δουλεύει το βίντσι:

Ήταν η κλίση των 15o, στην οποία βρισκόταν η μπούμα, αρκετά καλή στην υποδοχή του καταρτιού κι απ την άλλη το πιάσιμο στην πέρα άκρη της για να μπορέσει να σηκωθεί; Ναι. Η μπούμα σηκώθηκε περίπου τριάντα πόντους έξω απ την υποδοχή και μετά μπήκε στην τρύπα και καθώς το σκάφος ταλαντεύτηκε, σταθεροποιήθηκε κολλώντας λίγο πιο εκεί απ όπου έπρεπε. Θα μπορούσα να έχω κλάψει. Όμως αλίμονο, η βάση της μπούμας είχε απλά «κολλήσει» στην άκρη της υποδοχής, πάνω σε ένα καρφί. Στη δεύτερη προσπάθεια ήρθε και μπήκε πόντο-πόντο σταθερά στην κάθετη θέση.

Το καινούργιο κατάρτι ήταν κι αυτό κοντό, ήταν όμως αρκετά δυνατό για να αντέξει στη δύναμη του ανέμου και να διατηρήσει το σκάφος μια λογική ταχύτητα. Τώρα είχε μια κάποια πιθανότητα να προσεγγίσει κάπου με ασφάλεια. Η πιο προφανής πορεία ήταν να κατευθυνθεί βόρεια, σε πιο ζεστά κλίματα και πιο ήπιες θάλασσες και μετά να προσπαθήσει να πλησιάσει τη Γη του Πυρός. Ο Lewis το αντιμετώπισε σαν ενδεχόμενο, όμως γρήγορα το απέρριψε. Δεν είχε χάρτες, περισσότερο απ όλα όμως και το πιο σημαντικό, ακόμα και σ αυτή την κατάσταση ήταν ακόμα προσηλωμένος στο να φτάσει στην Ανταρκτική Χερσόνησο. Οι χάρτες που είχε στο σκάφος είχαν καταντήσει ένα μουλιασμένο κουβάρι από τα συνεχή μουσκέματα αλλά τους στέγνωσε προσεκτικά και αφού τους μελέτησε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας μικρός Αμερικάνικος Σταθμός, η Βάση Palmer στο νότιο μέρος του νησιού Anvers, θα του έδινε τις περισσότερες πιθανότητες να αποβιβαστεί ζωντανός.

Τα αποθέματά του σε πόσιμο νερό, ακόμα ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα. Αποφάσισε να ακολουθήσει μια πολιτική δραστικής εξοικονόμησης νερού, ελαττώνοντας σε λιγότερο από 100 ml την ημερήσια ποσότητα που έπινε. Προκειμένου να εξοικειώσει τα νεφρά του σ αυτή την βλαβερή διαδικασία, πέρασε ένα 24ωρο χωρίς να πιει τίποτα και μετά απ αυτό, προσάρμοσε την πρόσληψη υγρών σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορεί απλά να βγάζει ένα σκούρο υγρό όταν ουρεί. Όποτε αυτό έπαιρνε το φυσιολογικό κίτρινο χρώμα, ήξερε ότι ξόδευε υγρά χωρίς λόγο. Ήταν ένα θέμα πειθαρχίας το να υποβάλει τον οργανισμό του σε ακραίες συνθήκες επιβίωσης, μια ικανότητα στην οποία ο Lewis διακρινόταν και που κάποιος θα σκεφτόταν ότι την απολάμβανε κιόλας, μ έναν παράξενο τρόπο.

Επιτέλους είχε καλή πρόοδο στην πορεία του. Οι ατέλειωτες ώρες στην πλοήγηση με τα σχοινιά στην καμπίνα, έφεραν αποτέλεσμα. Και σιγά-σιγά ο οργανισμός του, ακόμα και κάτω απ αυτές τις φοβερές συνθήκες, επανέκαμπτε. Τα νύχια στα δάχτυλα των χεριών του έπεφταν ένα-ένα, κάνοντας τα χέρια του ακόμα πιο ευαίσθητα, αλλά και δείχνοντας παράλληλα ότι η επιδερμίδα του επουλωνόταν. Τα πλευρά του τον πονούσαν λιγότερο και ο μεγαλύτερος εχθρός τώρα ήταν η πλήξη, καθώς η μια μέρα διαδεχόταν την άλλη και μετά βίας εμφανιζόταν ένα διάλειμμα σκοταδιού για να υποδηλώσει το πέρασμα των ημερών. Είχε διαβάσει τα περισσότερα απ τα βιβλία του και περνούσε ατέλειωτες ώρες στο τιμόνι, σ ένα αγώνα χρόνου με τα επίπεδο του πόσιμου νερού που μειωνόταν σταθερά στη δεξαμενή του.

Καθώς οι βδομάδες περνούσαν, γινόταν όλο και πιο ανήσυχος σχετικά με το θέμα της προσέγγισης σε κάποια στεριά. Δεν γνώριζε καθόλου πόσο ακριβές ήταν το μοναδικό ρολόι που είχε στη διάθεσή του. Η πυξίδα είχε μια απόκλιση περίπου 20 μοίρες ανατολικά, επειδή ο μεταλλικός σκελετός του χώρου πλοήγησης είχε πάθει στρεβλώσεις από τις καταιγίδες. Εάν έκανε ένα μικρό έστω σφάλμα στην πορεία του, θα μπορούσε να χάσει τη Βάση Palmer εντελώς.

Καθώς πλησίαζε προς τη στεριά η νευρικότητα και η ένταση χειροτέρευαν. Περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο τιμόνι, συχνά ψάχνοντας με το βλέμμα του να δει μέσα στο αδιαπέραστο άσπρο που δημιουργούσε το χιόνι που έπεφτε. Είδε για πρώτη φορά τη στεριά στις 26 Ιανουαρίου. Είδε απότομες κορφές να υψώνονται πάνω από ένα χάος παγετώνων που κυλούσαν στη θάλασσα και γεννούσαν τεράστια παγόβουνα στα σκοτεινά νερά. Ήταν το θέαμα μιας σκληρής, αλλόκοτης ομορφιάς, μαύρων γκρεμών, που σχίζονταν από φλέβες πάγου, πράσινων τοίχων από πάγο και μια ολοκληρωτική απουσία ανθρώπινης ζωής. Είχε περάσει ατέλειωτες μέρες με τη συντροφιά των πουλιών στη διάρκεια του ταξιδιού του. Είχε δει φάλαινες και γουρουνόψαρα αλλά βλέποντας αυτή την αφιλόξενη ακτή, ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι υπάρχει άνθρωπος σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων.

Και όμως, χωρίς να το γνωρίζει κοιτούσε τις ακτές του νησιού Anvers που ήταν ο προορισμός του, έχοντας διαγράψει μια τέλεια πορεία μετά από 5.000 μίλια στη θάλασσα. Η λογική του υπαγόρευσε ότι η Βάση που έψαχνε θα πρέπει να βρίσκεται από την άλλη πλευρά του ακατοίκητου νησιού, αν ήταν βέβαια το νησί που υπολόγιζε. Ήταν όμως τόσο κοντά στη ζεστασιά, στην άνεση και στην παρουσία άλλων ανθρώπων κι όμως ακόμα δεν ήταν σε θέση να το καταλάβει. Επιπλέον, είχε μπει στην πιο επικίνδυνη φάση ολόκληρου του ταξιδιού, ακόμα κι απ τη στιγμή της ανατροπής, όταν το κατάρτι είχε χαθεί μέσα στα άγρια νερά.

Για δύο μέρες πέρασε πάνω στο τιμόνι με τεντωμένα νεύρα και προσοχή, αποφεύγοντας τα κοφτερά δόντια στις ακτές του νησιού, τον κρυμμένο κίνδυνο των υφάλων και τον πιο φανερό των παγόβουνων. Ήταν μόλις οχτώ μίλια μακριά από τη σωτηρία, μπορούσε μάλιστα να δει πια και τα φώτα της Βάσης Palmer, αλλά τώρα ξέσπασε μια θύελλα με την ταχύτητα και την αγριότητα, που μόνο στις ακτές της Ανταρκτικής συμβαίνει (εξαιτίας του τοπικού φαινομένου των «καταβατικών ανέμων» που έρχονται με απίστευτη μανία από την κατεύθυνση της ξηράς). Κοντά στην ακτή ήταν πολύ πιο επικίνδυνο από το να βρίσκεται ανοιχτά στη θάλασσα. Το Ice Bird κουμαντάρισε στον καιρό κι όπως ο άνεμος καταλάγιασε, ο Lewis δεν μπορούσε πια να κρατήσει άλλο ανοιχτά τα μάτια του απ την εξάντληση και κατέρρευσε στην κουκέτα του, για να σηκωθεί όμως σύντομα απ το κάλεσμα ίσως μιας έκτης αίσθησης, ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν για να δει έναν κοφτερό βράχο να ξεπετάγεται απ τη θάλασσα λίγα μόλις μέτρα μπροστά απ το σκάφος του.

Άλλη μια μέρα κι άλλη μια νύχτα στην τιμονιέρα, έχοντας στόχο συνεχώς τη Βάση Palmer, κι έδειχνε να είναι σχεδόν εκεί (μόλις ένα μίλι τον χώριζε), όταν ξαφνικά το Ice Bird σηκώθηκε στον αέρα και τινάχτηκε μακριά σ ένα χάος από αφρούς και νερά, από ένα τεράστιο κύμα που έσκαζε. Ο Lewis όρμησε στην τιμονιέρα, όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απ το να γαντζωθεί πάνω στο τιμόνι, καθώς το σκάφος τινάχτηκε απ τη ράχη των κυμάτων σε κάτι που ήταν καταφανώς τα αβαθή της ακτής. Αρκούσε η καρίνα να βρει σε έναν βράχο κι όλα θα είχαν τελειώσει, αφού το σκάφος θα χτυπιόταν απ τα κύματα πάνω στη βραχωμένη ακτή και ήταν σίγουρο ότι θα άνοιγε ρήγμα, αφήνοντας τη δύναμη του νερού να διαλύσει τα πάντα. Οι άνθρωποι στη Βάση Palmer δεν θα μάθαιναν ποτέ ότι ένα γιώτ είχε φτάσει τόσο κοντά τους. Την επόμενη στιγμή όμως το Ice Bird ήταν και πάλι στα βαθιά. Με κάποιο τρόπο είχε ξεπεράσει τη δίνη των κυμάτων. Άλλη μια ώρα μετά και το Ice Bird έμπαινε στα προφυλαγμένα νερά του λιμανιού Arthur. Ήταν 28 Ιανουαρίου 1973.

Τα κτίρια, με εκείνη την όψη του προσωρινού και του προκατασκευασμένου, συνηθισμένη σε όλες τις κατασκευές στην Ανταρκτική, ήταν τόσο ήσυχα, σαν να είχαν εγκαταλειφθεί. Μια μικρή μαούνα που μεταφέρει πετρώματα ήταν το μόνο σκάφος που βρισκόταν δεμένο στη μικρή προβλήτα του λιμανιού. Κι αυτή έμοιαζε άψυχη, καθώς το Ice Bird, διαλυμένο, χτυπημένο και βρώμικο, την πλησίασε και φουντάρισε την άγκυρα λίγα μέτρα πιο δίπλα. Ήταν μόνο ο φόβος ότι η άγκυρα μπορεί να γλιστρήσει, που έκανε τον Lewis να φωνάξει: Είναι κανένας ξυπνητός; Μπορώ να δέσω εδώ δίπλα;

Ο κόσμος που βρισκόταν στη σάλα της Βάσης, βγήκε απ την πόρτα για να αντικρίσει ένα απίστευτο θέαμα. Ο Lewis ήταν πολύ πιο τσακισμένος απ το σκάφος του, με ρούχα κουρελιασμένα και βρώμικα από πετρέλαιο και γράσα, μαλλιά μπερδεμένα, ακατάστατα γένια, αποστεωμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο από την πείνα και τις κακουχίες, με δυο μεγάλα φωτεινά μάτια, παρά τους τρεις μήνες συνεχούς πάλης με τη θάλασσα και το θάνατο. Ο David Lewis ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έφτανε ποτέ στην Ανταρκτική με «μονοκυβέρνητο» (single handed) ιστιοφόρο. Ξεπέρασε μια μάχη για επιβίωση, στην οποία κατά κάποιο τρόπο δεν παραιτήθηκε ποτέ από το στόχο του. Απ όλες τις ιστορίες της θάλασσας αυτή ήταν από τις πιο σημαντικές.

Εξίσου σημαντική ήταν και η συνέχεια της ιστορίας αυτού του ταξιδιού. Ακόμα πριν φτάσει στο νησί Anvers, ο David Lewis σχεδίαζε την επιδιόρθωση του σκάφους, ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του. Μέσα σε λίγες ημέρες από την άφιξή του, άρχισε τη δουλειά, διορθώνοντας, αντικαθιστώντας και βελτιώνοντας ότι μπορούσε πάνω στο σκαρί του Ice Bird. Για μια ακόμα φορά η προσωπικότητα του Lewis μαγνήτισε τον κόσμο και σχεδόν ολόκληρο το προσωπικό της Βάσης βάλθηκε να βοηθήσει στην επιχείρηση επισκευής του γιώτ. Η μηχανή αφαιρέθηκε συντηρήθηκε και τέθηκε ξανά σε λειτουργία. Δυο ξύλινοι κορμοί που χρησιμοποιούνταν στη Βάση για ξεφόρτωμα υλικών, κολλήθηκαν και μπήκαν σαν ένα καινούργιο μεγάλο κατάρτι. Μέχρι και η χαλασμένη αντλία νερού επισκευάστηκε.

Σ αυτό το σημείο, το περιοδικό National Geographic ήρθε σ επαφή μαζί του, προσφέροντας χρήματα για να συνεχίσει με άλλη άνεση το ταξίδι του. Έτσι ο Lewis άφησε το Ice Bird στην Ανταρκτική, επιστρέφοντας στο νησί Anvers στο τέλος του 1973. Πέρασε σχεδόν ένα μήνα με τις τελικές επιδιορθώσεις και σαλπάρισε στις 12 Δεκεμβρίου. Υπήρχαν ένα σωρό στενά περάσματα αλλά δεν ήταν εύκολο να κουμαντάρει κανείς ένα μικρό γιωτ ανάμεσα στα γεμάτα παγόβουνα κανάλια της Ανταρκτικής Χερσονήσου. Μετά ήρθε πάλι ο ανοιχτός Νότιος Ωκεανός, με τα άγρια νερά του. Ο Lewis έπεσε μέσα σε κυκλώνα στο τέλος της έκτης εβδομάδας του και για μια ακόμα φορά μπατάρισε το Ice Bird και για μια ακόμα φορά έχασε το κατάρτι του. Τώρα, χάνοντας τις προθεσμίες για μια δουλειά που του είχε προταθεί στο Πανεπιστήμιο (ο Lewis ήταν γιατρός), αποφάσισε να κατευθυνθεί προς την Αφρική, στο Cape Town, αντί να επιστρέψει στην Αυστραλία. Τουλάχιστον, τελειώνοντας θα είχε καταφέρει να πλεύσει προς και από την Ανταρκτική ήπειρο, εντελώς μόνος του. Ο Lewis έφτασε στο Cape Town στις 20 Μαρτίου 1974, κυλώντας αθόρυβα και χωρίς τιμές και τυμπανοκρουσίες στη μαρίνα του Royal Yacht Club, έτσι όπως το ήθελε να γίνει.

Ο David Lewis επέστρεψε στην Αυστραλία αεροπορικά, αλλά ο Barry, ο μεγάλος του γιος, ολοκλήρωσε το ταξίδι του Ice Bird τον ίδιο χρόνο, οδηγώντας το πολύπαθο και ηρωικό σκάφος στην Αυστραλία ξανά από το Νότιο Ωκεανό.

Λάζαρος Ρήγος

Γεννήθηκε στην Τήνο το 1961 και ζει στο Λιτόχωρο του Ολύμπου από το 2008. Ίδρυσε το Adventure Zone το 2001, μετά από σκέψεις για δημιουργία ενός ελληνικού portal για τα σπορ περιπέτειας. Δημιούργησε αγώνες ορεινού τρεξίματος, όπως Olympus Marathon (2004), Virgin Forest Trail (2007), Χειμωνιάτικος Ενιπέας (2006), Rodopi Ultra Trail (2009), Olympus Mythical Trail (2012). Στο ενεργητικό του αρκετές συμμετοχές σε αγώνες, όπως και μικρές αποστολές ultra διασχίσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό

www.advendure.com

ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Latest Tweets

"Ursa Trail 2019: Άνεμος αλλαγών στα χνάρια της αρκούδας", το άρθρο του @Advendure_Net για τον φετινό αγώνα του Μετ… https://t.co/uGsD4mnd8r
Διαβάστε το μεταγωνιστικό άρθρο του @Advendure_Net για το Lailias Mountain Running 2019: https://t.co/jCrE6kqPrb https://t.co/wWMTXzmChx
Garrivier and Debats dominate @Transvulcania @Skyrunning_com #skyrunning https://t.co/fkUVq4x1sm https://t.co/bbASpPq6HF
Follow Advendure on Twitter

Post Gallery

Η Δ. Μπίκα μιλά στο Advendure στον απόηχο του Tihio Stage Race !

Ursa Trail 2019: Άνεμος αλλαγών στα χνάρια της αρκούδας!

Το ηφαίστειο Teide της Τενερίφης και το Tenerife Blue Trail καλούν Δασκαλόπουλο & Κουρκουρίκη!

Νέα πρόσωπα και χειμερινές συνθήκες στον Skyrace des Matheysins για το Migu Run Skyrunner® World Series

Lailias Mountain Running 2019 – Πρέπει να ξαναπάς στο Lailias!

Η Χριστίνα Φλαμπούρη και η Βανέσσα Αρχοντίδου έγιναν οι πρώτες Ελληνίδες που ανέβηκαν στο Έβερεστ (8.848μ)!

To Tihio Race μας αποκάλυψε τα καλά κρυμμένα μυστικά του

Ηλίας Καλαϊτζής: Η αναζήτηση της Θρυλικής Καλύβας Μυστακίδη – Ρήγου

Garrivier και Debats οι κυρίαρχοι του Transvulcania 2019